25/11/07

Ποιότητα Ζωής

Πολιτική σταθερότητα και ασφάλεια, ιατρική περίθαλψη, σχολεία και εκπαίδευση, κόστος διαβίωσης, περιβάλλον, πολιτισμός, κοινωνικές σχέσεις, συγκοινωνίες, γαστρονομία, ελεύθερος χρόνος και δυνατότητες ψυχαγωγίας & διασκέδασης, είναι κάποια στοιχεία του όρου ‘ποιότητα ζωής’.

Το πώς εκλαμβάνει κανείς την έννοια ‘ποιότητα ζωής’, μπορεί να είναι θέμα τόσο:

· υποκειμενικό, αφού αφενός αξιολογείται από το ίδιο το άτομο με υποκειμενικά κριτήρια και αφετέρου εξαρτάται από το τι καθορίζει η κοινωνία ως ‘ποιότητα ζωής’, όσο και
· αντικειμενικό, μιας και καθορίζεται και από εξωτερικούς παράγοντες και συνθήκες.

Ζητούμενα για την ποιότητα ζωής:

· Η συνειδητοποίηση της έλλειψης της. [Μετά την φράση «είναι θέμα γούστου», κάθε περαιτέρω επιχειρηματολογία χάνει κάθε ενδιαφέρον, μια και το γούστο του καθενός είθισται να αποτελεί έννοια αδιαπραγμάτευτη (ίδε προηγούμενο άρθρο)].

· Η αντίληψη των πραγματικών διαστάσεων της. [Η πρόοδος που συντελείται στο πλαίσιο των καταναλωτικών κοινωνιών -που είναι πρωτίστως κοινωνίες ποσότητας- δε συνεπάγεται και πρόοδο των δεικτών της ποιότητας της ζωής. Η ποιότητα προϋποθέτει και άτομα που να μπορούν να την αναγνωρίσουν ως τέτοια. Η απουσία μιας γενικότερης αισθητικής καλλιέργειας, ο εθισμός και η προσκόλληση σε μια καθημερινότητα που θεωρεί καλό το πολύ, λειτουργούν ως εμπόδια στη διάθεση του ατόμου για ποιοτική εκλέπτυνση].

· Η απαίτηση για την κατάκτηση της. [Προσδίδοντας στη ζωή μας: γνώση, ηθικοψυχοπνευματική καλλιέργεια, ιδανικά, αξίες, προτεραιότητες υπέρ της ανθρώπινης αξιοπρέπειας,κοκ].

Γούστο μου και καπέλο μου...

Αναζητώντας το ωραίο...
της Γεωργίας Καλοδίκη
ΠΟΛΥΤΟΝΟ τεύχος 22
Τί είναι γούστο;
Το ζήτημα είναι εξαιρετικά επίκαιρο εφόσον ζούμε σε μια πολυσυλλεκτική εποχή, αναμφισβήτητα πλούσια σε ποικίλες καλλιτεχνικές, πολιτισμικές και κοινωνικές τάσεις και κατευθύνσεις. Η μεταμοντέρνα κουλτούρα μας κληροδότησε την αντίληψη του «anything goes», όπου το κάθε τι μπορεί να ταιριάξει και να συγχωνευτεί με το οτιδήποτε. Στον τομέα της μουσικής ειδικότερα, η έννοια του εκάστοτε στυλ διευρύνεται πλέον πολύ συχνά -είτε για εμπορικούς είτε για αισθητικούς λόγους - για να συμπεριλάβει ακούσματα λαϊκά, ethnic, jazz, νεορομαντικά, σε βαθμό που πλέον τα υφολογικά όρια καθίστανται εξαιρετικά ασαφή επηρεάζοντας αναπόδραστα την αισθητική του ακροατή.

Γενικά η έννοια γούστο (λατ. Gustus: γεύση), με άλλα λόγια το προσωπικό κατ' αρχάς αισθητικό κριτήριο του κάθε ανθρώπου, έχει απασχολήσει πολλούς θεωρητικούς της Φιλοσοφίας της Τέχνης, ενώ ταυτόχρονα βρίσκεται κατά κόρον στο λεξιλόγιο του καθημερινού ανθρώπου του Δυτικού Πολιτισμού. Μετά την φράση «είναι θέμα γούστου», κάθε περαιτέρω επιχειρηματολογία χάνει κάθε ενδιαφέρον, μια και το γούστο του καθενός είθισται να αποτελεί έννοια αδιαπραγμάτευτη.

Το γούστο σήμερα πλέον είναι συνώνυμο της ελευθερίας τής έκφρασης και των αισθητικών επιλογών του ανθρώπου, μια και ως ένα βαθμό είναι διαπιστωμένη επιστημονικά η εξάρτησή του από τα βιώματα, την παιδεία, την ιδιοσυγκρασία, την προσωπική αίσθηση του μέτρου και των αναλογιών, καθώς και από κάποια εξατομικευμένα χαρακτηριστικά της φυσιολογίας του ανθρώπου όπως π.χ την ευαισθησία σε συγκεκριμένα χρώματα ή ήχους. Επιπρόσθετα η αίσθηση του γούστου - σε κάποιο βαθμό - καλλιεργείται και εκλεπτύνεται καθ' όλη την διάρκεια της ζωής μας.

Παρ' όλα αυτά, οι χαρακτηριστικές αισθητικές τάσεις οι οποίες αντικατοπτρίζουν το συλλογικό γούστο κάθε εποχής είναι μια πρώτη ένδειξη ότι το αισθητικό μας κριτήριο τελικά δεν είναι και τόσο προσωπικό ή απρόβλεπτο. Ενδιαφέρον έχει η άποψη του David Hume, άγγλου εμπειριστή φιλοσόφου του 18ου αιώνα, στο δοκίμιό του «Σχετικά με το κριτήριο του γούστου» όπου λέει ότι αν εξετάσουμε το γούστο διαφόρων τύπων ανθρώπων, όλοι θα συμφωνήσουν ότι π.χ. το κομψό και πνευματώδες γράψιμο προκαλεί τέρψη, ενώ το στομφώδες και επιτηδευμένο αποστροφή. Ακριβώς όμως επειδή δεν είναι δυνατόν να απολαμβάνουμε όλοι οι άνθρωποι κάτι με την ίδια ένταση, οι προσωπικές προτιμήσεις δεν αποτελούν σαφές προϊόν κριτικής.

Στον χώρο της Τέχνης ειδικότερα, το καλλιτεχνικό γούστο του δημιουργού είναι συνώνυμο των καλλιτεχνικών του επιλογών. Έτσι, είναι αυτονόητο ότι ένα καλό μουσικό έργο κρίνεται ομόφωνα ως τέτοιο λόγω αυτών των επιλογών που μπορεί να αφορούν το υλικό, την εσωτερική συνάφεια και συνοχή, την αίσθηση των αναλογιών, την συνδυαστική ικανότητα του συνθέτη κτλ. Βλέπουμε λοιπόν ότι εδώ το γούστο δεν αποτελεί κάποιο μυστήριο όσον αφορά την εντόπιση και αντικειμενικοποίησή του.

Δυστυχώς στον χώρο της μουσικής, μιας τέχνης που μοιραία λόγω της φύσης της πρώτης ύλης της - των ήχων - έχει ως αποτέλεσμα να «υπηρετεί τις απλοϊκότερες συγκινήσεις» (G. Santayana, Beardsley σ. 315-319) ακόμα και του εντελώς αμύητου ακροατή, η κατανόηση του βαθμού αρτιότητας ενός έντεχνου έργου συχνά αποκτά αυθαίρετα υποκειμενικό χαρακτήρα σε τέτοιο βαθμό που καθιστά την αποτίμησή του αδύνατη. Έτσι η τέχνη των ήχων «καθηλώνεται» στην λειτουργία των πρωτογενών συμβόλων των ηχητικών συμβάντων (ένταση - χαλάρωση, λύπη - χαρά κτλ), λόγω άγνοιας, έλλειψης εξοικείωσης ή επιπολαιότητας. Ποιος θα αμφισβητήσει την τραχύτητα του διαστήματος 7ης μεγάλης ή το εύηχο άκουσμα μιας μείζονος συγχορδίας;

Στην πραγματικότητα όμως, η εντόπιση στοιχείων όπως η επινοητικότητα, η φαντασία, η ενότητα, η συνδυαστική ικανότητα, η συνέπεια του υλικού αλλά και το γούστο του δημιουργού -όλα αυτά πάντα ενταγμένα στο πνεύμα της κάθε εποχής- προϋποθέτει ένα πλούσιο μουσικά γνωστικό υπόβαθρο χωρίς το οποίο η κριτική αξιολόγηση ενός έργου τέχνης είναι ανέφικτη. Η γενική αποδοχή ενός αριστουργήματος έχει σαν εφαλτήριο την δυνατότητα ανίχνευσης των παραπάνω στοιχείων και την διατύπωση οικουμενικών και αντικειμενικών μέτρων αξιολόγησης.

Είναι βέβαια αυτονόητο ότι η ένταση της προσωπικής απόλαυσης μπροστά στο ωραίο σίγουρα εξατομικεύεται και αυτό είναι ευθέως ανάλογο με το γούστο τού κάθε ατόμου. Σύμφωνα με τον εμπειριστή φιλόσοφο του Διαφωτισμού Edmund Burke - ο οποίος ανέπτυξε μια ολόκληρη συλλογιστική σχετικά με την καλαισθητική κρίση -κάποιοι άνθρωποι είτε από μεγαλύτερο βαθμό ευαισθησίας είτε λόγω παρατεταμένης προσήλωσης στο αντικείμενο, έχουν περισσότερο ή λιγότερο γούστο (Εισαγωγή για το γούστο, 1789, σ. 11-12).

Μια σύντομη ματιά στην ιστορία του πνεύματος θα μας πείσει ότι ήδη από την Αρχαία Ελλάδα υπήρχε ζωηρό ενδιαφέρον για ζητήματα συγκριτικής αξιολόγησης στην Τέχνη. Τί καθιστά ένα έργο ωραίο; Για τον Πλάτωνα η ενότητα, η κανονικότητα και η απλότητα συνιστούν την αρχή της ταυτότητας στην ομορφιά, ενώ οι μουσικοί αξιολογούνταν στην ιδανική του Πολιτεία με βάση την ηθική τους επίδραση στην διαμόρφωση του ανθρώπινου χαρακτήρα. Το ωραίο για αυτόν είναι «ωφέλιμη ηδονή» (Γοργίας 474d). Ο Αριστοτέλης καταπιάνεται στην Ποιητική του με το ερώτημα «τί συνιστά μια καλή τραγωδία» και αντιλαμβάνεται την Τέχνη ως Τάξη. Γενικότερα, το μέτρο και η συμμετρία αποτέλεσαν τα ιδεώδη της κλασικής εποχής.

Η θαυμαστή διάκριση ανάμεσα στο ωραίο και στο ταιριαστό από τον ιερό Αυγουστίνο στην νεανική του πραγματεία για την αισθητική (De Pulchro et Apto, 381 μ.Χ.), σχετικοποίησε την αισθητική απόλαυση. Έτσι υπάρχει το καθ' αυτό ωραίο ή κάτι που είναι ωραίο μόνο αποτελώντας μέρος ενός συνόλου (ταιριαστό). Αυτή η διαπίστωση έχει τεράστια φιλοσοφική σημασία για την μουσική, μια και ένας αντικειμενικά κακός και ακατέργαστος ήχος μπορεί να αποκτήσει εξαιρετικό ενδιαφέρον αν συνταιριαστεί ευφυώς.

Επίσης μια άκρως γοητευτική τοποθέτηση για το τί είναι τελικά αυτό που συγκινεί και αρέσει στην Τέχνη, διατυπώθηκε από τον Leon Battista Alberti, μεγάλο αρχιτέκτονα της πρώιμης Αναγέννησης, ο οποίος πίστευε ότι είναι αδύνατο να τροποποιήσουμε, έστω και στο ελάχιστο, κάποιο τμήμα ενός ωραίου έργου, είτε προσθέτοντας είτε αφαιρώντας κάτι, χωρίς να καταστρέψουμε το σύνολο. Έτσι το ωραίο έργο είναι απολύτως ισορροπημένο όσο και εύθραυστο, έχοντας τον υψηλότερο βαθμό εσωτερικής συνοχής και συνέπειας. Η θέση αυτή έχει τεράστιες συνέπειες στην μετέπειτα εξέλιξη της Ευρωπαϊκής τέχνης καθώς η έννοια του «έργου» είναι κυρίαρχη ως τις μέρες μας.

Συμπερασματικά, η αναζήτηση του ωραίου που παράγεται μέσα από έντονη πνευματική προσπάθεια, όπως συμβαίνει στην Τέχνη, προϋποθέτει τελικά την προσπάθεια εύρεσης κοινά αποδεκτών κριτηρίων καλλιτεχνικής αποτίμησης. Η άρνηση αυτής της προσπάθειας με δικαιολογία την δαιμονοποίηση του προσωπικού γούστου, υποβαθμίζει την σχέση του ανθρώπου με την καλλιτεχνική δημιουργία.

22/11/07

Αγαπητέ Θεέ


Αγαπητέ Θεέ

Ο δεκάχρονος Όσκαρ πάσχει από καρκίνο και περνάει τις τελευταίες του μέρες στο νοσοκομείο κοντά στη 'γιαγιά' Ροζ, που του τροφοδοτεί τη φαντασία να ζήσει μια 'πλήρη ζωή' παίζοντας ένα παιχνίδι:
Κάθε μέρα που θα περνάει να μετράει γι’ αυτόν σαν δέκα χρόνια.




Έτσι θα προλάβει να ζήσει, έστω και στο παιχνίδι, όσα δεν του επιτρέπει η αρρώστια του...



Ένα βιβλιαράκι της ...μιας ώρας!, πάνω στη σχέση ζωής και θανάτου, ανθρώπου και θεού.



Ερίκ Εμανουέλ Σμιτ
Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης
Τίτλος πρωτοτύπου: Éric-Emmanuel Schmitt -
Oscar et la Dame Rose

21/11/07

Η Μυθοποίηση

...Το να μυθοποιούμε τους ανθρώπους
του πνεύματος και της τέχνης,
το να τους θεωρούμε θεούς,
είναι λάθος, οδηγούμαστε σε μια πλάνη.

"Θεός" είναι κάποιος μόνο κατά εκείνο το κομματάκι
και κατά τη στιγμή που ασκεί το χάρισμα που τού δόθηκε.
Κατά τα άλλα, είναι ένας κοινός άνθρωπος,
με όλες τις αδυναμίες και τα κακά του κόσμου μέσα του.

Δεν μπορώ να δεχτώ καθαρόν άνθρωπο κανένα.
Ακόμα και οι μύχιες σκέψεις του,
κι αυτές που δεν τις γνωρίζει,
μπορεί να απεργάζονται τον κακό εαυτό του.

Αν το καθαρό έχει φοβίσει επαρκώς το λερό
και κάθεται και σιωπά,
είναι μια άλλη ιστορία.
Χρήσιμη εν τέλει...


Κική Δημουλά

Παύση

...Η μελέτη μού οργανώνει τη σκέψη.
Κι όταν έχω ανάγκη να οργανώσω τη σκέψη μου,
μελετώ Bach.
Πάντα κάπου με οδηγεί!

Βρίσκω πολύ σημαντικό
το να μπορείς να βιώνεις τη σιωπή,
να μη χρειάζεται να τη γεμίσεις με κάτι.
Αν η εποχή μας έχει κάτι πολύ ενοχλητικό,
είναι ότι δεν αφήνει κενό.
Τα γεμίζει όλα.
Υπάρχει ένας συνεχόμενος ήχος.
Είναι πολύ ωφέλιμο να προσπαθήσει κανείς
να περιφρουρήσει τις προσωπικές του σιωπές.
Δεν πρέπει να τις φοβάται.
Είναι οι μόνες στιγμές που μπορεί ν’ ακούσει κάτι.
Και είναι σημαντικό να μπορούμε ν’ ακούμε.
Οι παύσεις είναι πολύ σημαντικές στη μουσική,
όπως είναι και στη ζωή μας.
Αυτές οι παύσεις δεν είναι σταμάτημα.
Είναι ροή...

Ελένη Καραΐνδρου

17/11/07

Τέχνη και Ηθική

Στην εφημερίδα Ακρόπολη της 17 του Μάρτη 1896
(παραμονές των πρώτων Ολυμπιακών αγώνων) διαβάζουμε την
ακόλουθην είδηση: "Αύριον θα στηθώσιν εις το Στάδιον και οι
ανακαλυφθέντες δύο Ερμαί, εκατέρωθεν της σφενδόνης, εκεί
όπου άρχονται τα τόξα αυτής. Τα κάτω μέρη των Ερμών, τα
οποία δεν συνάδουσι προς τα σημερινά ήθη, θα καλυφθώσι δι'
υφασμάτων κυανόλευκων".

Τι ήτανε αυτοί οι "Ερμαί" ή Ερμήδες του Σταδίου; Δυο
τετράγωνες στήλες μαρμάρινες με δυο κεφάλια στην κορφή
τους, του Ερμή και του Διόνυσου, κολλημένα σβέρκο με
σβέρκο. Στην μπροστινή και στην πισινή πλευρά αυτών των
στηλών ο αρχαίος μαρμαράς είχε σκαλίσει πολύ "έκτυπα" τα
διακριτικά σημεία του φύλου των δύο θεών.

Σ' αυτούς τους Ερμήδες (κι ήτανε πολλών λογιών:
μονοκέφαλοι, διπλοκέφαλοι, τρικέφαλοι καθώς και διαφόρων
θεών, ακόμα και θηλυκών, όπως της Αφροδίτης, της Υγείας κτλ)
συνήθιζαν οι αρχαίοι να προσφέρουνε σύκα κι άλλα φρούτα και
να τους περνάνε στο λαιμό κορδέλες και γιρλάντες από
λουλούδια, όχι για να σκεπάζουνε τη γυμνότητά τους από
σεμνοτυφία, μα για να τους στολίζουνε και τους τιμάνε για
λόγους λατρευτικούς. Η γυμνότητά τους ήτανε στοιχείο
θρησκευτικό κι οι αρχαίοι μαρμαρογλύφοι τήνε σημειώνανε,
όπως λέγει καθαρά ο Ηρόδοτος "κατά λόγον ιερόν".

Είναι γνωστό πως το γυμνό, φυσικό και καλλιτεχνικό, δεν
τρόμαζε τους προγόνους μας. "Συνήδε προς τα αρχαία ήθη". Μα
στην περίπτωση των Ερμήδων υπήρχε κι ένας λόγος παραπάνω:
η Θρησκεία.

Όταν όμως οι απόγονοι βρήκανε μέσα στο Παναθηναϊκό
στάδιο τους δυο Ερμήδες κι αποφασίσανε να τους αφήσουνε
στη θέση τους, θεωρήσανε φρόνιμο να τους καλύψουνε με
υφάσματα. 'Aλλοι καιροί, άλλα ήθη. Σύγκρουση δυο
διαφορετικών πολιτισμών. Το σκέπασμά της από τους νεότερους
οι αρχαίοι θα το βρίσκανε ιεροσυλία. Σ' αυτές τις δυο αντίθετες
"κρίσεις αξίας" λογαριάστηκε η Ηθική κι η Θρησκεία, δεν
λογαριάστηκε η Τέχνη. Κι όμως αυτό θα έπρεπε να 'ναι το κύριο
ζήτημα. Είναι καλλιτεχνικά ωραίοι οι Ερμήδες αυτοί ή όχι; Και
παίζει κανένα ρόλο η θρησκευτική και η ηθική κρίση στην
καλαισθητική επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία των έργων;

Η θρησκευτική Τέχνη των αρχαίων δεν φοβότανε το γυμνό
και το άσεμνο.Το ίδιο κι ο Μεσαίωνας είχε κάποιαν αναλογία με
την αρχαία κλασική εποχή. Δε φοβότανε όχι μονάχα το γυμνό,
μα και το άσεμνο. Πολλές γκαρκούγιες, culps de lampe,
ανάγλυφα κι αγάλματα αδιαφορούνε για την ηθικότητα και
ενδιαφέρονται μονάχα για το ωραίο, έτσι όπως το ήθελε το
"αισθητικό πρόσταγμα" του καιρού. 'Aρχοντες, λαός και
καλλιτέχνες ήτανε πιο φυσικοί και πιο απλοί σ' αυτά τα
ζητήματα, λιγότερο σχολαστικοί, αντίθετα με τη γνώμη, πως ο
Μεσαίωνας είναι η εποχή του σχολαστικισμού.

Στην Αναγέννηση όμως, τον καιρό ίσα ίσα, που τα ήθη των
αστών καθώς και των πολιτικών και θρησκευτικών αρχόντων,
δεν ήτανε καθόλου ασκητικά, αρχίσανε να σκεπάζουνε τη
γύμνια των αγαλμάτων με φύλλα συκής ή να τους φορούνε
πανταλονάκια. Η Ντροπή δεν είναι πάντοτε σύμπτωμα
αυστηρών ηθών. Μα και πάλι η Τέχνη άνοιγε ρήγματα
μεγαλειώδη σ' αυτήν την θεληματική σεμνοτυφία. Ο πάπας
Ιούλιος Β΄ ανάγκασε με το ζόρι το Μιχαηλάγγελο να
διακοσμήσει την Καπέλα Σιξτίνα. Τι φρίκη ένιωσε ο Καρδινάλιος
εκείνος που είδε για πρώτη φορά τη φουρτούνα των γυμνών
της "Δεύτερης Παρουσίας"! Και βρήκε αυτήν τη
μεγαλοφυέστατη ζωγραφική σύνθεση όλων των αιώνων
κατάλληλη μονάχα για σάλα λουτρού. Γιατί την "έκρινε" όχι σαν
τεχνοκρίτης, μα σαν εκκλησιαστικός αξιωματούχος.

Κάτι τέτοια παραδείγματα δείχνουν αρκετά καθαρά, πόσο η
αισθητική συνείδηση είναι διαφορετική από την ηθική και την
θρησκευτική. Και όταν ακόμα η Τέχνη εξυπηρετεί τους σκοπούς
της Θρησκείας και της Ηθικής (δύο ισότιμών της "αξιών") δεν
ζητάει να καταστήσει το περιεχόμενό της θέμα διδασκαλίας, μα
αισθητικής χαράς πρώτ' απ' όλα.

Δε θέλουμε να υποστηρίξουμε πως η Τέχνη είναι από
φυσικό της ανήθικη. Είναι μονάχα, από φυσικό της, πράγμα
διαφορετικό από την ηθική, εξωηθική (amorale). Φτάνει να ρίξει
κανείς μια ματιά στην ιστορία της Τέχνης και της λογοτεχνίας
όλων των καιρών και των λαών για να πειστεί.

Ο έρωτας και το γυμνό σώμα είναι το πιο αγαπημένο θέμα
των τεχνών. Η Τέχνη και η ποίηση των πρωτόγονων λαών τον
αγνοεί τον έρωτα. Όμως στην ιστορία των πολιτισμένων λαών
υπήρξαν εποχές, που ο έρωτας αποτελούσε τον κύριο άξονα της
ζωής. Στο Μεσαίωνα τον ταυτίζανε με το Θεό και με τον
ιπποτικό ηρωισμό. Στην Αναγέννηση τον είχανε κάνει είδος
πολιτικής. Και στα χρόνια του αστικισμού κατάντησε κοινωνικός
θεσμός.

Μα ο έρωτας από τη μοίρα του είναι ανήθικος. Γιατί παντού
και πάντα παρουσιάζεται σαν ένα εξωοικογενειακό φαινόμενο...
Είναι άρα αθέμιτος. Μήπως όμως γι' αυτόν τον λόγο η ερωτική
Τέχνη γεννά την ανηθικότητα; Είναι χρόνια, που κάποιος δικός
μας κριτικός διαλάλησε από τις στήλες της εφημερίδας του πως
ο ερωτικός ηδονισμός στη σύγχρονη ποίησή μας είναι ξεπεσμός
της ποίησης κι αποτελεί δημόσιο κίνδυνο. Κι έκανε έκκληση
στους "νοικοκυραίους" να προφυλάξουνε τα κορίτσια τους απ'
αυτόν τον κίνδυνο. (Δεν εννοούσε την πορνογραφική
λογοτεχνία).

Η αισθητική ηδονή είναι κάτι πολύ διαφορετικό από την
αισθητηριακή. Η Τέχνη (εννοώ η αληθινή Τέχνη) δεν
αποτείνεται στα ένστιχτά μας για να τα διεγείρει. Όσο κι αν
παίρνει την ύλη της από την περιοχή των ενστίχτων, δεν μας
δένει μ' αυτά. Χάρη στην επέμβαση της τεχνικής και των
τεχνικών συναισθημάτων μας αλλάζει "σημεία οράσεως του
κόσμου" κι έτσι μας απομακρύνει από την άμεση επιρροή των
αισθήσεων και των ενστίχτων. Όποιος διάβασε τη Σαπφώ, τον
Αριστοφάνη, τον Βιγιόν, τον Βοκκάκιο, τον Βερλαίν, τον Γκαίτε
των "ρωμαϊκών ελεγείων" κτλ. κι όποιος επισκέφθηκε το εθνικό
μας Μουσείο, ας ομολογήσει, αν διαβάζοντας τα ερωτικά έργα
αυτών των μεγάλων ή κοιτάζοντας τα γυμνά της αρχαίας
γλυπτικής ή γραφικής, ένιωσε ποτές να ξυπνάει μέσα του η
ερωτική επιθυμία. Οι Ερμήδες, οι Αφροδίτες των Αρχαίων, οι
άγγελοι, οι Εύες και οι Μαγδαληνές των χριστιανών δεν μας
ερεθίζουμε αισθητηριακά, μας αρέσουν αισθητικά. Κι αν μέσα σ'
αυτήν την αρεσιά υπάρχει και ίσκιος επιθυμίας, αυτός μένει στη
σφαίρα του φανταστικού, δεν πάει παραπέρα. Για να μας
διαφθείρει τα ήθη μας η "ανήθικη" Τέχνη, πρέπει εμείς να
είμαστε από πριν διεφθαρμένοι ή άξεστοι. Όμοια η "ηθική"
Τέχνη ποτές δεν θα μας ηθικοποιήσει, αν εμείς δεν είμαστε από
τα πριν ηθικοί και καλαίσθητοι.

Συμπέρασμα: μονάχα οι αφώτιστοι απ' της Τέχνης την
αχτίδα (Μαβίλης), δηλ. οι ακαλλιέργητοι άνθρωποι βλέπουνε
την ανηθικότητα της Τέχνης ως ανηθικότητα. Οι φωτισμένοι και
καλλιεργημένοι αισθητικά βλέπουνε και νιώθουνε την Τέχνη και
τίποτες άλλο.

Οι πρόγονοί μας είχανε μεγάλη "κουλτούρα" με την έννοια
που δίνει στον όρο αυτόν ο Γερμανός φιλόσοφος Τσάμπερλαιν.
Δηλαδή όλη τους τη ζωή ήτανε (όχι και τόσο!) θεμελιωμένη
επάνω στο Ωραίο. Έτσι δεν βλέπανε τη γύμνια των Θεών τους.
Βλέπανε την ομορφιά τους. Όταν οι απόγονοι ζητάμε να
πάρουμε τη γλώσσα τους (οι αρχαϊστές), ας ζητήσουμε να
πάρουμε πρώτ' απ' όλα την ψυχή τους, που δεν είχε τις δικές
μας προλήψεις. Κι όταν ανασταίνουμε τους ολυμπιακούς αγώνες
τους, είναι υποχρέωσή μας να σεβόμαστε τον πολιτισμό τους
"κατά λόγον ιερόν".

Αν πραγματικά μια Τέχνη πρέπει να ονομαστεί ανήθικη, για
τον ανήθικο ρόλο που παίζει στην πνευματική και τη
συναισθηματική ζωή των μαζών, είναι η Τέχνη η αντιδραστική.
Αυτή που ψεύδεται, παραπλανά και συσκοτίζει τις μάζες, σε
τρόπο, που να χάνουμε την αίσθηση του πραγματικού, του
αληθινού, του προοδευτικού και της λευτεριάς.

Η τέτοια Τέχνη κι όταν δεν είναι άσεμνη είναι Τέχνη
κακοήθης. Η καλή Τέχνη, που αναπαριστά το γυμνό, είναι
ηθική, μα η κακιά Τέχνη, κι όταν σκεπάζει την ανηθικότητα,
αυτή 'ναι πρόστυχη κι ανήθικη.


Κώστας Βάρναλης
Αισθητικά - Κριτικά,
Αθήνα, εκδ. Κέδρος, 1958

13/11/07

Ο ρόλος της τέχνης

Κι η τέχνη πρέπει, σ’ αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων ν’ αποφασίσει.
Μπορεί να κάνει τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτ’ απ’ όλα να είναι τυφλή,
και µπορεί να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια.
Μπορεί να παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα,
και µπορεί να παραδώσει τον κόσµο στον άνθρωπο.
Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια και µπορεί να µεγαλώσει τη γνώση.
Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους καταστρέφοντας, και στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους Βοηθώντας.

Όποιος σήµερα θέλει να πολεµήσει την ψευτιά και την αµάθεια και να γράφει την αλήθεια έχει ξεπεράσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες.
Πρέπει να έχει το θάρρος να γράφει την αλήθεια παρόλο που παντού την καταπνίγουν,
την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν παντού,
την τέχνη να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο,
την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια θ’ αποχτήσει δύναµη,
την πονηριά να τη διαδώσει ανάµεσα τους
.”

Bertolt Brecht

8/11/07

Ευνούχοι

"Αναισθητοποιούμε με όπιο το νεαρό και τον τοποθετούμε καθιστό μέσα σε μπανιέρα γεμάτη με καυτό νερό, ώσπου να περιπέσει σε κατάσταση πλήρους αναισθησίας. Κατόπιν ανοίγουμε το όσχεον και του αφαιρούμε τους όρχεις". Μ’ αυτά τα περιγραφικά λόγια η Πραγματεία περί Ευνούχων, γραμμένη το 1701, εξηγεί τη μέθοδο του ευνουχισμού που ακολουθούσαν τότε στην Ιταλία για να δημιουργήσουν τραγουδιστές της όπερας με εξαιρετικές φωνητικές ικανότητες. Ο ευνουχισμός όμως είναι πολύ αρχαιότερος από την Ιταλία του Διαφωτισμού. Διαδικασία ανέκαθεν επικίνδυνη -δύο στα τρία παιδιά που ευνουχίζονταν πέθαιναν κάποτε από μολύνσεις και αιμορραγία- και βαθιά συνδεδεμένη με τη θρησκεία, ο ευνουχισμός, όσο κι αν φαίνεται απίστευτο, δεν έχει ακόμα εκλείψει.

Αλλαγή φύλου
Η αφαίρεση των όρχεων στα παιδιά εμποδίζει τη διαφοροποίηση του αντρικού φύλου, που επέρχεται κατά τη διάρκεια της εφηβείας. Αυτό συμβαίνει γιατί εκλείπει η τεστοστερόνη, η ορμόνη που παράγουν οι όρχεις και η οποία προσδίδει τα λεγόμενα "αντρικά" χαρακτηριστικά. Αποτέλεσμα; Το πέος και ο προστάτης παραμένουν μικρά, η φωνή γίνεται ψιλή αντί να χοντρύνει, η τριχοφυΐα εξαφανίζεται και οι μύες ατροφούν. Και καθώς μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες της τεστοστερόνης είναι να διεγείρει την ερωτική επιθυμία, οι ευνούχοι δεν είναι μόνο στείροι, αλλά και ανίκανοι. Συμβαίνει ωστόσο συχνά άλλες ορμόνες επινεφρίδιας προέλευσης να υποκαταστήσουν μερικώς τη λειτουργία της τεστοστερόνης. Στην περίπτωση αυτή έχουμε ευνούχους που μπορούν έως ένα βαθμό να έχουν φυσιολογικές σεξουαλικές σχέσεις. Αυτό που τους λείπει συνήθως είναι η επιθυμία και όχι η τεχνική ικανότητα. Λέγεται πως ο Φαρινέλι, διάσημος ευνούχος τραγουδιστής του 18ου αιώνα, πλάγιαζε με γυναίκες που ξετρελαίνονταν γι’ αυτόν, αλλά την κρίσιμη στιγμή επενέβαινε ο αδερφός του Ρικάρντο, ο οποίος κάθε άλλο παρά ευνούχος ήταν.

Εφεύρεση των Κινέζων
Αν και ευρύτατα διαδεδομένος στην Ευρώπη, ο ευνουχισμός είναι κινεζική εφεύρεση που χρονολογείται εδώ και 5.000 χρόνια. Στην Κίνα μόνο οι ευνούχοι μπορούσαν να μιλούν απευθείας με τον αυτοκράτορα - οι υπόλοιποι έπρεπε να του γράφουν. Η απόλυτη πίστη των Κινέζων ευνούχων προς τον κύριό τους αμειβόταν με τιμές και τίτλους ως φύλακες χαρεμιών ή ναών ή ως επικεφαλής σημαντικών θρησκευτικών τελετών, καθώς και με αξιοσέβαστες διοικητικές θέσεις. Ως αντάλλαγμα εκείνοι έχαναν τον ανδρισμό τους και τη δυνατότητα ανάπτυξης φυσιολογικών οικογενειακών και κοινωνικών σχέσεων. Η ψυχολογική τους κατάσταση κυμαινόταν ανάμεσα στο μίσος για τον εαυτό τους, στη μελαγχολία και στην απογοήτευση. Δεν τους έλειπε ωστόσο η επιθετικότητα. Η έλλειψη της τεστοστερόνης μπορεί να είχε σωματικές συνέπειες, αλλά σε ψυχολογικό επίπεδο οι επιπτώσεις της απώλειάς της ήταν αμελητέες. Ανάμεσα στο 1505 και στο 1510, ο ευνούχος Λιου Τσιν υπήρξε αντιβασιλέας του αυτοκράτορα Γουτσού. Κατά τη διάρκεια της αντιβασιλείας του κατέπνιξε με βιαιότατο τρόπο μια εξέγερση αριστοκρατών, διέταξε τον αποκεφαλισμό πολλών απ’ αυτούς και τους αντικατέστησε με άλλους ευνούχους.

Όρχεις σε κουτί
Δεν ήταν λίγοι οι ευνούχοι που φυλούσαν ζηλότυπα τους όρχεις τους σε κάποιο κουτί, απαιτώντας να ταφούν μαζί τους ώστε να ολοκληρωθούν ως άντρες στον άλλο κόσμο. Από την Κίνα, η πρακτική του ευνουχισμού μεταφέρθηκε στη Δύση. Οι Ρωμαίοι εισήγαγαν από τους Χετταίους τη λατρεία της Κουμπάμπα, μιας θεότητας της γονιμότητας και της γης, την οποία μετονόμασαν σε Κυβέλη. Οι πιστοί της Κυβέλης όφειλαν να προσφέρουν στη θεά το πέος και τους όρχεις τους, κόβοντάς τα μόνοι τους μ’ ένα πέτρινο μαχαίρι κατά τη διάρκεια τελετουργικού οργίου που πραγματοποιούνταν κάθε χρόνο στις 24 Μαρτίου. Οι Ρωμαίοι ανακάλυψαν κάποτε ότι οι ευνούχοι μπορούσαν να χρησιμεύσουν και σε πιο εγκόσμιες απολαύσεις, αφού η επιδερμίδα τους παρέμενε απαλή και άτριχη κάνοντας το σώμα τους να μοιάζει με το γυναικείο. Καθιέρωσαν έτσι δύο μεθόδους ευνουχισμού. Ο λεγόμενος "μαύρος ευνουχισμός" περιλάμβανε την αφαίρεση όχι μόνο των όρχεων αλλά και του πέους, καθιστώντας τους ευνούχους ακόμα περισσότερο όμοιους με τις γυναίκες. Στην περίπτωση του "λευκού ευνουχισμού" διατηρούσαν το πέος. Στα σκλαβοπάζαρα της Ρώμης οι ευνούχοι μοσχοπουλιόντουσαν, πιάνοντας τιμές μέχρι και 250 φορές υψηλότερες από εκείνες των κοινών σκλάβων, ανάλογα με την κατηγορία: υπήρχε ο semivir, ο κατά το ήμισυ άντρας, ο eviratus, ο εντελώς ευνουχισμένος, ο mollus, ο ελαφρά θηλυπρεπής και ο *@#!#cus, ο οποίος είχε τόσο έντονα τα γυναικεία χαρακτηριστικά και τις κινήσεις, ώστε μπορούσαν να τον περάσουν για χορεύτρια.

Αλλεπάλληλοι ευνουχισμοί
Οι Άραβες καθυστέρησαν να μάθουν τη χρησιμότητα των ευνούχων γιατί ο Μωάμεθ είχε απαγορεύσει τον ευνουχισμό τόσο των ανθρώπων όσο και των ζώων. Τον ανακάλυψαν το 750 όταν κατέκτησαν την Περσία, στην οποία η συνήθεια αυτή είχε εισαχθεί πολύ νωρίτερα από την Κίνα. Οι Άραβες τότε ξέχασαν αμέσως την εντολή του Προφήτη, δεδομένου ότι οι ευνούχοι αποτελούσαν ιδανικούς φύλακες για τα χαρέμια. Στα χρόνια εκείνα, σκλάβοι από το Βυζάντιο, την Κίνα, τη Νουβία, την Αιθιοπία και την Ευρώπη μεταφέρονταν σε κέντρα ευνουχισμού που βρίσκονταν στη Σαμαρκάνδη, στην αιγυπτιακή πόλη Ασιούτ (αρχαία Λυκόπολις των Ελλήνων) και στην αρμενική Ντερμπέντ, για να ευνουχιστούν και να πουληθούν στη συνέχεια σε εμπόρους της Βαγδάτης ή του Καΐρου.

Υπάρχουν ακόμα;
Στην Ινδία ο νόμος απαγορεύει τον ευνουχισμό. Όσοι όμως επιθυμούν κάτι τέτοιο το κάνουν στα κρυφά. Οι Χίζρας, ένα εκατομμύριο πιστοί της θεάς Μπαχουχάρα Μάτα, εξαιρούνται. Αυτοί είναι επίσημα και οι νόμιμοι ευνούχοι, αφού η λατρεία της θεάς τους επιβάλλει ν’ απαλλαγούν από κάθε ίχνος ανδρισμού. Συμμετέχουν σε τελετές γάμων και γεννήσεων, όπου ευλογούν την τύχη και την ευημερία. Η τελευταία μαρτυρία εμπορίου ευνούχων έγινε το 1995. Μια Αμερικανίδα δημοσιογράφος, η Τσία Τζάφρεϊ, διαπίστωσε τότε πως στην Γκόα, στα δυτικά παράλια της Ινδίας, γινόταν παράνομο εμπόριο ευνούχων σκλάβων, οι οποίοι πωλούνταν για να υπηρετήσουν στα χαρέμια της Μέσης Ανατολής. Μια παράδοση πέντε χιλιάδων χρόνων είναι δύσκολο να σβήσει...

Focus
Tεύχος Νο 7
Σεπτέμβριος 2000

4/11/07

Περί αξίας

Ένας τεχνικός ηλεκτρονικών υπολογιστών
κλήθηκε να επισκευάσει ένα μεγάλο και πολυσύνθετο κομπιούτερ...
Ένα κομπιούτερ που άξιζε πάνω από 12 εκατομμύρια ευρώ.

Ο τεχνικός κάθισε μπροστά στην οθόνη, πάτησε 1-2 πλήκτρα,
κούνησε το κεφάλι του, μουρμούρισε κάτι στον εαυτό του και έσβησε τον υπολογιστή.
Μετά έβγαλε ένα μικρό κατσαβίδι από την τσέπη του
και γύρισε κατά μιάμιση στροφή μία μικροσκοπική βίδα.
Ύστερα, άνοιξε τον υπολογιστή και διαπίστωσε ότι λειτουργούσε τέλεια.

Ο πρόεδρος της εταιρίας ικανοποιημένος απόλυτα
προσφέρεται να πληρώσει τον τεχνικό άμεσα
"Πόσα σας χρωστάω?" ρώτησε. "1000 ευρώ" απάντησε ο τεχνικός.

"1000 ευρώ?!? 1000 ευρώ για λίγα λεπτά δουλειάς?
1000 ευρώ για να γυρίσετε μια βίδα?
Καταλαβαίνω πως ο υπολογιστής αξίζει 12.000.000 ευρώ,
όμως 1000 ευρώ μου φαίνονται πάρα πολλά.
Θα τα πληρώσω μόνο όταν μου στείλετε αναλυτικό λογαριασμό
που να δικαιολογεί αυτό το ποσό".

Ο τεχνικός συμφώνησε και έφυγε.
Το επόμενο πρωί ο πρόεδρος λαμβάνει το τιμολόγιο,
το διαβάζει προσεχτικά,
κουνάει το κεφάλι του και το εξοφλεί αμέσως, χωρίς διαμαρτυρίες.

Το τιμολόγιο έγραφε:
Παροχές υπηρεσιών:
- Στρίψιμο βίδας: € 1
- Γνώση του ποια βίδα ήθελε στρίψιμο: € 999

Θυμίσου:
Η αξία των ανθρώπων είναι ανάλογη με εκείνο που γνωρίζουν και όχι με εκείνο που κάνουν

Πηγή: άγνωστη

Το Πρώτο Σκαλί

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης:
“Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.”

Είπ’ ο Θεόκριτος:
“Aυτά τα λόγια ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο,
πρέπει νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο πρέπει με το δικαίωμά σου
νάσαι πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.”



Κ.Π.Καβάφης