31/12/07

Είτε φίλος είναι είτε συγγενής...

Το φίλο τον επιλέγεις, το συγγενή σου όχι...


Αν κάποιος κάτι θέλει να σου πει και δε ξέρει πώς
κι είν' σκληρός και άτσαλος ο τρόπος που το λέει


συγχώρα τον· αγνόησε το κομμάτι αυτό του χαρακτήρα του κι ακροάσου μόνο τα λεγόμενά του· τίποτ’ άλλο.

Ίσως,

να'ναι αυτός που αγαπά κι ενδιαφέρεται πραγματικά για σένα και δε ξέρει μ’ άλλον τρόπο να το κάνει.

Ίσως,

να'ναι αυτός που δεν προσδοκά ανταλλάγματα για την προσφορά της αγάπης του.

Είτε φίλος είναι, είτε συγγενής…

Καλή Χρονιά

Μέρες Κερύνειας ’74-75




Μνήμες Jf




Θάθελα αυτήν την μνήμη να την πώ...
που μακρυά, στα πρώτα εφηβικά μου χρόνια κείται.
Δέρμα σαν καμωμένο από ιασεμί...
Εκείνο του Αυγούστου - Αύγουστος ήταν; - το πρωί...

Κ. Π. Καβάφης
Καλοκαίρι΄74
Μεγάλα κ' υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
...Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.


Δευτέρα, 15 του Ιούλη
Καιρό πριν είχαν ορθωθεί της διχόνοιας τα τείχη. Και συ, μες την ομίχλη ακροβατείς σαστισμένος απ’ την πολλήν αντάρα. Θρήνος και σιωπή. Μια σιωπή εκκωφαντική...
…Άλλη καταστροφή, που δεν την φανταζόμεθαν,
εξαφνική, ραγδαία πέφτει επάνω μας,
και ανέτοιμους -πού πιά καιρός- μας συνεπαίρνει.
Σάββατο, 20 του Ιούλη
Κι έπειτα μεμιάς βροντοχτυπά. Βαθιά χαράματα· κι ευθύς στο μπαλκόνι αγουροξυπνημένη να δεις· στο ραδιόφωνο ν’ ακούσεις. Απ’ τη δύση ακούστηκε ο κρότος, στη δύση κι ο βαθύς καπνός… Βόμβα στο στρατόπεδο; Η άγνοια φέρνει τρόμο κι ο τρόμος πανικό. Δικοί σου άνθρωποι βρίσκονται κει…
Κι ύστερα η προτροπή: όλοι στο Πέλλα-Πάις. Ο Πενταδάκτυλος καπνίζει. Τ’ αεροπλάνα 'βυθίζονται' και βομβαρδίζουν. Θορυβούν· πανικοβάλλουν.
Σ' αυτές τες σκοτεινές κάμαρες, που περνώ μέρες βαρυές,
επάνω κάτω τριγυρνώ για νάβρω τα παράθυρα.
Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θάναι παρηγορία...
Κι ολοένα καταφθάνουν πληγωμένοι στρατιώτες και το Αββαείο νοσοκομείο γίνεται. Στιγμές βαριές, πάνω κάτω να ρωτάς για την τύχη των δικών σου. Το παράθυρο μισάνοιξε∙ σταγόνα παρηγοριάς. Κάποιος, κάποιον είδε· και τρέχεις να προλάβεις. Και ναι, είν’ εκεί! Για πόσο; αναρωτιέσαι…

Τρέμουν οι σπιτικοί μικροί θεοί, και προσπαθούν
τ' ασήμαντά των σώματα να κρύψουν.
Γιατί άκουσαν μια απαίσια βοή,
θανάσιμη βοή την σκάλα ν' ανεβαίνει,
βήματα σιδερένια που τραντάζουν τα σκαλιά...

Κι ύστερα, μες’ το στενάχωρο διάδρομο του σπιτιού σου, δέκα σώματα -τέσσερα ως πενήντα χρόνων- κρύβουν τις ψυχές τους και βυθίζονται στις σκέψεις τους, καρτερώντας… Έξω, η βουή των όπλων τραντάζει τη γη· θαρρείς πως το σύμπαν όλο γκρεμίζεται συθέμελα.

Το πυρ σταματά μα η Κερύνεια δεν προκάμνει και τουρκεύει.
Κι οι δρόμοι ερημώνουν. Κι έρευνες αρχινούν στα εγκαταλειμμένα σπίτια της γειτονιάς σου, τζάμια σπάζουν, πόρτες παραβιάζουν, το ηθικό να σου καταρρακώσουν, ώσπου νάρθει κι η δική σου η σειρά. Προτάσσουν τα όπλα, γελούν με το φόβο σου· ακούς τους παλμούς σου. Πρωτόγνωρη αίσθηση, συγκλονιστική.
Ακούς για συλλήψεις, για λεηλασίες. Για μια Κερύνεια διαμελισμένη - σε χωριά, σε ξενοδοχεία, σε σπίτια. Ανεμοσκορπίσματα. Για μια Κερύνεια φυλακισμένη στον τόπο της, εγκλωβισμένη στην προσφυγιά της.

Μέσα στον φόβο και στες υποψίες,
με ταραγμένο νου και τρομαγμένα μάτια,
λυώνουμε και σχεδιάζουμε το πως να κάμουμε
για ν' αποφύγουμε τον βέβαιο
τον κίνδυνο που έτσι φρικτά μας απειλεί.
Κι ύστερα, μεσημέρι του Ιούλη, το ίσκιωμα του στρατιώτη, λαβωμένου από βόλι εχθρικό, καταφύγιο σου ζητά. Και σπεύδεις ευθύς να φροντίσεις, παρηγοριά να δώσεις· να ενθαρρύνεις γιατί είναι μόλις δεκαεννιά χρονών. Τον κρύβεις στα κεραμίδια από κάτω, του σπιτιού σου.
Και στο κατόπι των βημάτων του οι έρευνες αρχίζουν πάλι, πίσω απ’ τ’ αχνάρια του. Μα δε σκιάζεσαι. Στα μάτια του βλέπεις το δικό σου στρατιώτη... Κι αναρωτιέσαι πού νάναι πάλι·
και αν είναι...

... κι ευθύς η κούρασις, η ανία, οι σκέψεις φύγανε.
Ο φίλος του έφερε μια ανέλπιστη είδησι.

Και το παράθυρο ξανανοίγει. Τούτη τη φορά ο Ερυθρός Σταυρός με τη φωνή του εκφωνητή στο ραδιόφωνο, που σου γυρεύει να επικοινωνήσεις με τον άνθρωπό σου· σε ψάχνει...
Σημασία δεν έχει που δε μπορείς· σημασία έχει που ξέρεις ότι είναι
Αύγουστος φτάνει. Κι οι προμήθειες απ’ τον Ερυθρό Σταυρό, φτάνουν κι αυτές. Και το ηλεκτρικό· μαζί και η υδροφόρα του τουρκοκύπριου γείτονα. Και τρέχεις να προλάβεις τη μικρή φωτιά που ξέσπασε στο διπλανό σου σπίτι· σπίρτα σκόπιμα αφημένα χάμω, στο πάτωμα της κουζίνας.
Νυκτερινοί πυροβολισμοί, λεηλασίες σπιτιών, συλλήψεις γνωστών, που μεταφέρονται στ’ απέναντι παράλια. Άγγλοι και Φιλανδοί επισκέπτονται κοντινό σου σπίτι. Τρέχεις να προλάβεις, την παρουσία σου να δηλώσεις μη θεωρηθείς κι εσύ ‘είς εκ των αγνοουμένων’.

Τετάρτη, 14 του Αυγούστου
Κι ύστερα παύει· η κατάπαυση του πυρός παύει! Κι ούτε μήνας δεν πέρασε. Η Διάσκεψη απέτυχε και το Συμβούλιο συνέρχεται για ν’ αποφασίσει και πάλι την κατάπαυση.
Κι εσύ, ανάστατη ξανά, να θωρείς. Τον εχθρό μπροστά –όπου ακόμα δεν έφτασε στο στόχο- και παραπίσω τους νεκρούς και αγνοούμενους. Τον εχθρό μπροστά, να παραβιάζει τα ιερά σου, να κατεβάζει το σταυρό σου, να υψώνει τη σημαία του. Τον εχθρό που εξακολουθεί να συλλαμβάνει άμαχους, να λεηλατεί την περιουσία σου, να τρομοκρατεί.
Και γι’ άλλη μια φορά ν’ αναρωτιέσαι πού νάναι πάλι· και αν είναι...

Και γι’ άλλη μια φορά, αχτίδα παρηγοριάς η φωνή του εκφωνητή να σου χαμογελά... ναι, είναι!

Τον εξαντλούσε η τόση αναμονή.
Γιατί κιόλας μονάχος όπως ήταν για ώρες,
άρχισαν να τον καταλαμβάνουν σκέψεις οχληρές…
Μα πόσο να προσπαθείς το μυστικό σου να κρατήσεις; Γυρεύεις κάπου να το μιλήσεις, να ξαλαφρώσεις, κι εσύ, κι αυτό· οπού να πετάξει θέλει, να λευτερωθεί.

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν' επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

‘Μα δεν πρέπει να βιαστείς. Και την σωστή στιγμή να καρτερείς για νάναι ασφαλής η μεταφορά του στα ελεύθερα’. Τούτα συστήνουν του Ερυθρού Σταυρού οι εκπρόσωποι.
Κι απαντέχεις...
Φθινόπωρο΄74
Δευτέρα, 2 του Σεπτέμβρη


Κ' εξαίφνης με κυρίευσε μια αλλόκοτη εντύπωσις.
Αόριστα, αισθανόμουν σαν νάφευγεν από κοντά μου…
Οι σκέψεις στροβιλίζονται και πώς να μαζέψεις λέξεις…
Μέρες τώρα το βλέπεις το κακό, πέρα δώθε διαβαίνει στο σπίτι σου απ’ έξω. Ώσπου, κτυπά… Το ξέρεις, για καλό δεν είναι.
Κι έπειτα… κι έπειτα ορκίζεται στα τρία του παιδιά ότι γρήγορα θα τους φέρει πίσω, κοντά σου. Τους πάνε για ανάκριση, το πολύ μια ώρα. Κι απορείς που ο χρόνος καθηλώθηκε και τόσο πολύ βάστηξε εκείν' η ώρα… Κι ύστερα, ξέρεις. Πως γι’ ανάκριση δεν πήγαν· σε μια ώρα δε θα γυρίσουν. Σ’ αιχμαλωσία οδηγούνται μ’ άλλους μαζί. Κι ύστερα, ξέρεις. Καράβι τους περιμένει στη θάλασσα -για Μερσίνα, για Άδανα;- ποιος ξέρει. Κι ύστερα ξέρεις· πως... δε ξέρεις πια.
Αξημέρωτα βράδια· αλύτρωτες μέρες…. Τρομάζεις στον ασήμαντο θόρυβο· ξιπάζεσαι στο ανεπαίσθητο άγγιγμα. Φοβάσαι τη σκιά σου· σε σκιάζει η θωριά σου.
Κι οι έγνοιες ταλαντεύονται, πότε μπρος και πότε πίσω. Και μπρος και πίσω. Σε πνίγει η θάλασσα, σε βαραίνει ο Πενταδάκτυλος, που στέκονται εμπόδιο ανάμεσα σε σέ και στους δικούς σου. Κι ύστερα;

Κι ύστερα, ξέρεις. Ν’ αντέξεις πως πρέπει. Να μην του περάσει του εχθρού, που με ύπουλο τρόπο υπαγορεύει το φευγιό σου, επειδή τους άντρες σού στερεί. Πεισμώνεις· δυναμώνεις. Και πασκίζεις να πιάσεις το τραγούδι απ’ την αρχή...
Ακούς πως ‘επιτρέπεται’ οι έγκλειστοι στο Dome να ξεμυτάνε. Και δειλά δειλά κατηφορίζεις, γνώριμα πρόσωπα να δεις, λίγο ν’ αναθαρρέψεις. Γιατί φαντάζει ξένη η γειτονιά σου πια. Κι αγριεύει η ψυχή σα βλέπει τα έρμα σπίτια άλλοι να τα κατοικούν· τούρκοι, πρόσφυγες κι αυτοί. Και βλέπεις πως φρουρείται η Μητρόπολη· κι άφαντο το γνώριμο άγαλμα μπροστά της. Του Ατατούρκ το άγαλμα έχουνε στήσει στη προκυμαία κάτω. Σπίτια κλειστά, αμπαρωμένα κι άλλα να χάσκουν. Μαγαζιά αδειανά κι άλλα γεμάτα, με νέο αφέντη. Σημαίες κόκκινες στα μπαλκόνια, παντού. Τοίχοι έντονα βαμμένοι· χρώματα μιας άλλης εποχής. Αλάνες γεμάτες μπόγους με ρούχα κι έπιπλα· το βιος σου στους δρόμους πεταμένο. Εικόνες αλλόκοτες, μυρωδιές ξένες...
Κι εκεί που λίγο ξεθαρρεύεις, σαν είδες και μίλησες με πρόσωπα αγαπητά, ξανά περιορισμό σε βάνουν. Γιατί αντίποινα φοβούνται, που πέντε τουρκάλες σκοτώθηκαν στα μέρη τα ελεύθερα· αλήθεια ψέματα, ποιος ξέρει... Και μέχρι ο θυμός να καταλαγιάσει, έξω δεν κάνει να βγεις.

Δεν λιγοστεύ' η συμφορά όσω και αν την λέγης.
Αλλ' είναι πόνοι που ήσυχα μες στην καρδιά δεν μένουν.
Διψούν με το παράπονο να βγουν να ξεθυμάνουν.

Μα ξέρεις πως γι άλλα πονάς κι άλλα ζητά η ψυχή σου. Κι όλο προσδοκάς αυτό που δεν έρχεται…
Ένα κερί αρκεί. Το φως του το αμυδρό
αρμόζει πιο καλά, θάναι πιο συμπαθές
σαν έρθουν της Αγάπης, σαν έρθουν η Σκιές.

Και τότε μέσα σου φτερουγίζει κάτι που φάνταζε μακρινό. Και δεν τολμάς να το πιστέψεις, μην είναι πλάνη που πιο πικρά θα σε πληγώσει. Κι όμως! καλά το άκουσες... Και η ματιά σου πάνω απ’ τον Πενταδάκτυλο, φτάνει ως πέρα στα ελεύθερα, εκεί που οι δικοί σου όλοι είναι. Και με τη φαντασία σου κι εσύ κοντά τους είσαι.
Και η χαρά, κι άλλη χαρά σου φέρνει. Φτάνει εκείνη ‘η σωστή στιγμή για νάναι κι η δική του μεταφορά ασφαλής στα ελεύθερα’. Έτσι, όπως του Ερυθρού Σταυρού οι εκπρόσωποι, σου είχανε συστήσει. Και ναι! καλά τα καταφέρνεις…
Και οι συλλήψεις εξακολουθούν, και οι μεταφορές αιχμαλώτων, και τούρκικες ταυτότητες θέλουν να σου βγάλουν... Κι εσύ γυρεύεις με αίτηση, τους ανθρώπους σου πίσω στην Κερύνεια να φέρεις, καθώς κάποιοι το πετυχαίνουν. Κι απαντέχεις…

Χειμώνας΄74-75
Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Αυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.

Καταντά το αύριο σα χθες να μοιάζει. Κι όλο προσπαθείς, κίνηση να δώσεις στο μονότονο μοτίβο της ζωής σου. Και λίγο χαμογελάς, που το φθινόπωρο χειμώνα φέρνει και ο χειμώνας χιόνια και περασμένα μεσάνυκτα ξυπνάς να το καλωσορίσεις.
Και λίγο μειδιάς, σα σκέφτεσαι πως, σε μια άλλη ήπειρο τη ζωή σου ίσως διαβάζουν σε περιοδικά κι εφημερίδες. Καθώς ξένοι δημοσιογράφοι σε ανακαλύπτουν -αλήθεια πώς;- συνέντευξη να πάρουν. Κι ύστερα…

Χριστούγεννα – Πρωτοχρονιά
Σε τόνο μινόρε, μελαγχολικό περνάς τις άγιες τούτες μέρες. Και οργανώνεται μάζωξη, λίγη χαρά να δώσει στα παιδιά. Να ξεχαστείς και συ ανάμεσα σε γνώριμά σου πρόσωπα. Βάλσαμο στη ψυχή σου. Κοντά κι ο ιερέας του Πέλλα-Πάις με τη Θεία Κοινωνία. Με δώρα κι ο Ερυθρός Σταυρός, ως άλλος Αη-Βασίλης.
Κι ύστερα, το τούρκικο σινεμά άνοιξε και σε …περιμένει. Κι εσύ, θαρρείς σε πείσμα του, δημοτικό σχολείο ανοίγεις με τη νέα τη χρονιά. Δασκάλες, νεαρές Κερυνειωτοπούλες. Τα γυμνασιόπαιδα εγκαταλείπουν -πολλά απ’ αυτά- τη χρονιά τους να μη χάσουν. Ο Ετζεβίτ έρχεται… και συ να κυκλοφορείς δεν πρέπει.
Κι ακόμα απαντέχεις…
Άνοιξη΄75

…Τι ωφελεί οπού φυτρώνει
λουλούδια έξω η άνοιξις και σπέρνει πρασινάδα!
Έχω χειμώνα μέσα μου σαν η καρδιά πονεί.

Τα παιδιά παιδιά είναι· και στο δημοτικό σχολείο ‘επιτρέπεται’ βόλτα στο Πέλλα-Πάις. Σου δίνεται και σε η ευκαιρία μαζί ν’ ανηφορίσεις, κι όσες μπορείς εικόνες της Κερύνειας να αιχμαλωτίσεις στα μάτια της ψυχής σου. Μπλόκο συναντάς στου χωριού το έμπα όπου τούρκοι στρατοπεδεύουν. Μα παραμέσα στο χωριό κανείς στρατιώτης δεν κυκλοφορεί. Σου φαίνεται πως σαν πρώτα είναι όλα. Η εκκλησία, το σχολείο, ο καφενές… όλα οργανωμένα λειτουργούν. Μόνο ο Πενταδάκτυλος θλιβερά στέκει χαρο-καμένος…
Κι ύστερα, η 25η Μαρτίου. Και αντί για την παρέλαση με γαλανόλευκες, σημαίες κόκκινες, παντού.

Ο στεναγμός τον ήλιο τον πιο λαμπρό σκεπάζει…
Μεγάλη Εβδομάδα - Λαμπρή
Πόσο καλά ο ποιητής το γράφει αυτό που εσύ το νιώθεις…
Κι όλο μια ταραχή, μια νευρικότητα έχεις σαν ξημερώνει Μέγα Σάββατο. Είναι που με λαχτάρα περιμένεις τις μαγνητοφωνημένες ευχές των δικών σου απ’ το ραδιόφωνο. Και ξεχειλίζεις από καημό... Κι έρχεται βράδυ, τον Καλό το Λόγο ν’ ακούσεις, απ’ το ραδιόφωνο ξανά. Και ραγίζεις…
Καλοκαίρι΄75

Από καλοκαίρι άρχισες, σε καλοκαίρι φτάνεις. Κι ανήσυχη είν’ η ψυχή μ’ όσα ακούει και βλέπει. Χώρο άλλο ψάχνουν νάβρουν για σχολείο, τη γνώση να στεγάσουν τα παιδιά, καθώς πολύ ενοχλούνται και βρίζονται από τούρκους γείτονές τους. Κι οι έγκλειστοι σιγά σιγά όλο και λιγοστεύουν, καθώς στήριγμα δεν έχουν πια από πουθενά. Κι εσύ, απάντηση ακόμα περιμένεις στο αίτημά σου.
Μα όλα έχουν όρια. Και η αντοχή σου έχει... Κι ύστερα;
Κι ύστερα... η μεγάλη απόφαση. Να φύγεις λες, προσωρινά· μα όχι να εγκαταλείψεις.
Και θέλεις άλλη μια φορά -μα όχι τελευταία- στης Κερύνειας τα στενά να περπατήσεις, πρόχειρες νάχεις τις εικόνες της, για όταν σύντομα γυρίσεις πίσω...

Τετάρτη, 25 του Ιούνη
... Απόγευμα η ώρα τέσσερες, είχαμε χωρισθεί
για μια εβδομάδα μόνο... Αλλοίμονον,
η εβδομάς εκείνη έγινε παντοτινή.
Πόσο καλά ο ποιητής το γράφει αυτό που εσύ το νιώθεις…
Οικίας περιβάλλον, κέντρων, συνοικίας
που βλέπω κι όπου περπατώ· χρόνια και χρόνια.
Σε δημιούργησα μες σε χαρά και μες σε λύπες:
με τόσα περιστατικά, με τόσα πράγματα.
Κ' αισθηματοποιήθηκες ολόκληρο, για μένα.
Κ. Π. Καβάφης

ΥΓ
7 Αυγούστου του ΄75
...και την είδηση ο εκφωνητής σου φέρνει· ο άνθρωπός σου -κι άλλοι 26-πίσω στην Κερύνεια να επιστρέψει τώρα πια μπορεί... Τι ειρωνεία!




23/12/07

Καλά Χριστούγεννα!

για λεπτομερή... μελέτη κάντε κλικ στη φωτο

19/12/07

Η ταχύτητα και τα χάσματά της

Κι όμως...

Αιώνας της τεχνολογίας, της εικόνας, της πληροφόρησης, της ενημέρωσης, της γνώσης…
Μα προπάντων της ιλιγγιώδους ταχύτητας των εξελίξεων και των ραγδαίων αλλαγών στην κοινωνία.
Τέτοιες ιλιγγιώδεις ταχύτητες, που ούτε οι σύγχρονοι δε μπορούμε να παρακολουθήσουμε!
Τόσο ραγδαίες αλλαγές, σε σημείο που οι συνεχόμενες πλέον γενιές, αποτυγχάνουν να έχουν κοινά -πόσο μάλλον να τα μοιράζονται.

Οι γενιές δε μετριούνται πια ανά εικοσαετίες (;) και τα επιτεύγματα δεν περιμένουν δύο γενιές για να εμφανιστούν.
Το κάθε τι θεωρείται ξεπερασμένο πριν καν προλάβει να αφομοιωθεί.

Έτσι, γίνεται δύσκολη η μετάδοση της γνώσης και της εμπειρίας της προηγούμενης γενιάς στην επόμενη,
ακόμη πιο δύσκολη η μετατροπή της γνώσης σε σοφία,
αλλά και η συνέχεια της κουλτούρας.

Χάσμα δε θεωρείται αυτό των γενεών μόνο, που άλλωστε έχει διαχρονική παρουσία.
Χάσμα -ίσως πιο οδυνηρό- είναι κι αυτό που δημιουργείται όλο και περισσότερο μέσα στην ίδια γενιά.

Κι όμως…

17/12/07

Περί φυλαχτών

του Διονύση Γουσέτη

Τα φυλαχτά αποτελούν προϊόντα της άγνοιας και του φόβου. Όσοι πιστεύουν σε αυτά, τα θεωρούν αντικείμενα ιερά, με δυνάμεις υπερφυσικές, για την προστασία από κακόβουλα πνεύματα, δαίμονες, ξωτικά, καλικάντζαρους, μαγείες, κατάρες, γητειές, το κακό μάτι, την κακιά αρρώστια κλπ. Από τις παλιές θρησκείες πέρασαν στους χριστιανούς, αν και πουθενά δεν προτρέπει ο Ναζωραίος λατρεία ή εμπόριο ιερών αντικειμένων. Στο βρόντο πήγε και η απόφαση του Συμβουλίου της Λαοδικείας (4ος αιώνας) να αποπέμπονται από τη θρησκευτική κοινότητα όσοι φορούν φυλαχτά.

Τα πιο προνομιούχα φυλαχτά είναι εκείνα που περιέχουν «τίμιο ξύλο», δηλαδή κομμάτι ξύλο από το σταυρό όπου σταυρώθηκε ο Χριστός. Η διάδοσή τους ξεκίνησε την επομένη της ανακάλυψης του τάφου του Χριστού από την αγία Ελένη, η οποία ήταν παρούσα όταν ο γιος της, άγιος και μέγας Κωνσταντίνος, διέτασσε να εκτελεστεί ο γιος του Κρίσπος. Η αγία βρήκε το σταυρό όταν, το 326, πήγε για προσκύνημα στους «Αγίους Τόπους». Μετά από θεία αποκάλυψη μάλιστα, βρήκε όλους τους τρεις σταυρούς του Γολγοθά και μπόρεσε να εντοπίσει τον σωστό με τη βοήθεια μιας νεκρανάστασης: αρχικά άγγιξε το νεκρό σώμα της χριστιανής χήρας Λιβανίας με δύο από τους σταυρούς, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, όταν όμως ήρθε σε επαφή με τον τρίτο σταυρό «εκείνη ζωντάνεψε και υμνούσε τον Κύριο».

Σύμφωνα με τον Κύριλλο Ιεροσολύμων, ήδη γύρω στο 350 ο κόσμος ήταν γεμάτος από κομματάκια του σταυρού. Έστελναν -ως ιδιαίτερη ένδειξη τιμής- ροκανίδια, μεγάλα και μικρά, σε αμέτρητες εκκλησίες, βασιλιάδες, πρίγκιπες και ιδιώτες. Τα κομμάτια του μετανάστευσαν με αμέτρητους προσκυνητές στα πιο μακρινά μέρη του κόσμου. Ωστόσο, ο σταυρός δεν λιγόστευε! Τα κομματάκια που κυκλοφορούν ευρέως σήμερα, δεν τα παρουσιάζουν πλέον ως γνήσια, ισχυρίζονται όμως ότι τα έχουν φέρει σε επαφή με τον πραγματικό σταυρό και γι’ αυτό το λόγο διαθέτουν κι αυτά υπερφυσικές δυνάμεις.

Με αυτή τη διανομή φυλαχτών έγινε το πρώτο βήμα προς το συστηματικό κομμάτιασμα λειψάνων αγίων και άλλων πραγμάτων για λατρεία και για κατασκευή φυλαχτών. Στη συνέχεια, αρχίζουν να βρίσκονται όλα τα πιθανά «πράγματα Χριστού»: εργαλεία του μαρτυρίου, ρούχα κλπ. Η λατρεία του ακάνθινου στεφάνου αρχίζει μόλις τον 5ο αιώνα, εκείνη της λόγχης μόλις τον 6ο. Το 614 μεταφέρεται στην Κωνσταντινούπολη η αιχμή της και το 10ο αιώνα ακολουθεί το κοντάρι, που στα τέλη του 15ου αιώνα, επί πάπα Ιννοκέντιου Θ’, καταλήγει στη Ρώμη. Τα ιερά καρφιά εξακολουθούν να βρίσκονται στον καθεδρικό ναό της Τρηρ. Ο άγιος μανδύας έρχεται εκεί γύρω στα 1100. Οι ευρέσεις «πραγμάτων Χριστού» συνεχίζονται έως και τον 15ο αιώνα!

16/12/07

Ο καθρέφτης - Η διάνοια της βλακείας - Η χαρά της άγνοιας

Ταλαιπωρεί ο καθρέφτης
όταν μεγενθύνει ή σμικρύνει.
αρκεί να την (παρα)δέχεσαι.
όταν την κάνεις γνώση.

12/12/07

Με αφορμή 'επώνυμα' παραστρατήματα...

Συνήθως, εξηγούμε και δικαιολογούμε την τραγωδία των ‘ναυαγών της ζωής’ [βλέπε χαρτοπαίχτες, μέθυσους, κλπ κλπ], επικαλούμενοι την ατυχία τους, την ‘κακιά ώρα’ που ‘έκρινε’ τάχα τη μοίρα τους. Ελεεινολογούμε αλλά δεν καταδικάζουμε. Θεωρούμε ότι, παρασυρόμενοι από τον τροχό της έξης είναι πια έρμαια του πάθους των.

Δεν παραβλέπουμε το γεγονός ότι η σύμπτωση ή η συνδρομή δύσκολων καταστάσεων έγινε η αφετηρία του παραστρατήματος. Ωστόσο τα ‘ από κει και πέρα’, [δηλαδή η καταστροφή τους], υπήρξε δικό τους έργο, αποτέλεσμα της αδράνειας και της απερισκεψίας τους. Ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για όσα πράττει και για όσα παραλείπει να πράξει. Είναι λοιπόν και για τις έξεις του υπεύθυνος: 1ον γιατί τις άφησε να δημιουργηθούν –κι αυτό δεν έγινε απότομα και οριστικά, 2ο γιατί τους επέτρεψε να τον υποτάξουν και 3ο δεν προσπάθησε με ειλικρίνεια και επιμονή να αποκτήσει ένα νέο, ‘αγνό’ πάθος να εξουδετερώσει το παλιό, ‘ανόσιο’ που τον εξευτελίζει.

Έχουν άραγε το ακαταλόγιστο ‘στην κατάσταση που έφτασαν’ και είναι άξιοι πιο πολύ συμπόνιας παρά επίκρισης;

11/12/07

Περί προτεραιοτήτων...

Ένας καθηγητής φιλοσοφίας εμφανίστηκε στη τάξη μ' ένα μεγάλο χάρτινο κουτί. Χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα έν' άδειο γυάλινο βάζο κι άρχισε να το γεμίζει με μικρές πέτρες. Οι μαθητές τον κοιτούσανε μ' απορία. Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
-«Είναι γεμάτο το βάζο;» κι οι μαθητές απάντησανε: -«Ναι, είναι γεμάτο».

Αυτός χαμογέλασε και χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι με μικρά βοτσαλάκια κι άρχισε να γεμίζει το βάζο. Το κούνησε λίγο και τα βοτσαλάκια κυλήσανε και γεμίσανε τα κενά ανάμεσα στις πέτρες. Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
-«Είναι γεμάτο το βάζο;» κι οι μαθητές απαντήσανε: -«Ναι, είναι γεμάτο».

Αυτός χαμογέλασε και πάλι χωρίς να μιλήσει, πήρε από τη χάρτινη κούτα ένα σακουλάκι μ' άμμο κι άρχισε να την αδειάζει μέσα στο βάζο. Η άμμος χύθηκε και γέμισ' όλα τα κενά μεταξύ πετρών και βότσαλων. Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
-«Είναι γεμάτο το βάζο;» Οι μαθητές διστάσανε για λίγο, αλλά απαντήσανε: -«Ναι, είναι γεμάτο».

Αυτός ξαναχαμογέλασε και πάντα χωρίς να μιλά, πήρε από τη χάρτινη κούτα δύο μπουκάλια μπύρες κι άρχισε να τ' αδειάζει μέσα στο βάζο. Τα υγρά γέμισαν όλα τα υπόλοιπα κενά. Όταν το βάζο δε χωρούσε άλλο, ρώτησε:
-«Είναι γεμάτο το βάζο;» κι οι μαθητές, γελώντας αυτή τη φορά, απαντήσανε: -«Ναι, είναι γεμάτο».

-«Τώρα», τους λέει ο καθηγητής, «θέλω να θεωρήσετε πως το βάζο αυτό αντιπροσωπεύει τη ζωή σας. Οι μεγάλες πέτρες είναι τα πιο σημαντικά. Τέτοια είν', η οικογένεια, ο σύντροφός σας, η υγεία σας, τα παιδιά σας, οι καλοί σας φίλοι. Οι πέτρες αντιστοιχούνε στα πιο σημαντικά, τόσο σημαντικά, που ακόμα κι αν όλα τα υπόλοιπα λείψουν, η ζωή σας θα εξακολουθήσει να 'ναι γεμάτη».

«Τα βοτσαλάκια είναι τ' άλλα πράγματα που 'ρχονται στη ζωή μας, όπως, οι σπουδές, η εργασία, το σπίτι, το αυτοκίνητο. Είναι μικρά πράγματα... βοτσαλάκια... Αν αυτά βάλετε πρώτα στο βάζο, δε θα υπάρχει χώρος για τις μεγάλες πέτρες: τα σημαντικά της ζωής»!

«Η άμμος είν όλα τα υπόλοιπα: ένα καλό γεύμα, μια βόλτα στη παραλία, ο χορός, το τραγούδι, ένα βιβλίο, οι μικρές απολαύσεις της ζωής. Αν βάλετε πρώτα την άμμο στο βάζο, δε θα υπάρχει χώρος μήτε για τα βότσαλα αλλά μήτε και για τις πέτρες»!

«Το βάζο είν' η ζωή σας. Αν ξοδεύετε χρόνο και δύναμη για μικρά πράγματα, δε θα βρείτε ποτέ χρόνο για τα πιο σημαντικά. Ξεχωρίστε ποια είναι τα πιο σημαντικά για την ευτυχία σας. Μιλήστε με τους γονείς σας, παίξτε με τα παιδιά σας, απολαύστε το σύντροφό σας, προσέξτε την υγεία σας και χαρείτε τους φίλους σας. Πάντα θα υπάρχει χρόνος για γνώση και σπουδές, πάντα θα υπάρχει χρόνος για εργασία, πάντα θα υπάρχει χρόνος για να φτιάξετε το σπίτι σας και το αυτοκίνητό σας, να πληρώσετε τα δημοτικά τέλη και το τηλέφωνο. Όμως να φροντίσετε για τις πέτρες πρώτα. Ξεχωρίστε τις προτεραιότητες σας».

Οι μαθητές είχανε μείνει άφωνοι. Ένας όμως ρώτησε:
-«Η μπύρα κύριε καθηγητά, τι αντιπροσωπεύει»;
Ο καθηγητής χαμογέλασε κι απάντησε:
-«Χαίρομαι που το ρωτάς! Να σας πω: δεν έχει σημασία πόσο γεμάτη είν' η ζωή σας, δεν έχει σημασία πόσο στριμωγμένοι είστε, γιατί πρέπει να ξέρετε: Πάντα θα υπάρχει λίγος χώρος για δύο μπυρίτσες»!!!

Για τους αγγλομαθείς, εδώ

7/12/07

Έχεις χρόνο για λίγη ομορφιά;



Το πάλαι ποτέ παιδί θαύμα της κλασικής μουσικής πήρε το πανάκριβο Στραντιβάριους και στάθηκε μπροστά στις σκάλες του Μετρό, για να παίξει για λίγα κέρματα και να καταγράψει αντιδράσεις.

Ώρα αιχμής στο μετρό της Ουάσιγκτον. Αγχωμένοι γιάπηδες τρέχουν προς τις δουλειές τους. Πιεσμένοι κυβερνητικοί υπάλληλοι κοιτάνε το ρολόι τους ιδρωμένοι. Μαμάδες σέρνουν τα παιδιά τους προς αδιευκρίνιστες υποχρεώσεις. Η ρουτίνα θριαμβεύει, δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, λίγο πριν τις 8 το πρωί μιας παγωμένης Παρασκευής, στον σταθμό Enfant Plaza”της πρωτεύουσας της Αμερικής.

Σε μια γωνιά, ένας 39χρονος πλανόδιος μουσικός ανοίγει την θήκη του βιολιού του. Πιάνει το δοξάρι και αρχίζει να παίζει. Η μουσική, παραδόξως καλή.

Τι κάνεις; Σταματάς να ακούσεις την όμορφη χαλαρωτική μελωδία; Περνάς ενοχλημένος από την αγενή απαίτηση του για τον χρόνο σου, και λίγο από το χρήμα σου; Πετάς ένα κέρμα, έτσι για ευγένεια, χωρίς να σταθείς; Σε κάνει να νιώθεις λίγο άσχημα; Μήπως είναι καλός; Έχεις χρόνο για λίγη ομορφιά;

Οι ερωτήσεις σαφείς. Και πλέον, όχι αναπάντητες. Το πείραμα έγινε από την εφημερίδα Washington Post. O πλανόδιος μουσικός, δεν ήταν ακριβώς πλανόδιος. Ονομαζόταν Τζόσουα Μπελ, το άλλοτε παιδί θαύμα της κλασικής μουσικής. Τρεις μέρες πριν, είχε γεμίσει ασφυκτικά το θέατρο Συμφωνικής Μουσικής της Βοστόνης.

Το φθηνότερο εισιτήριο κόστιζε 100 δολάρια. Το βιολί του ήταν ένα φίνο Στρατιβάριους κατασκευασμένο το 1710. Για την περίσταση, ήταν ντυμένος με τζιν, μπλουζάκι και ένα καπέλο του μπέιζμπολ. Για 43 λεπτά της ώρας έπαιζε αριστουργήματα της κλασικής μουσικής, μπροστά από λίγα διάσπαρτα δολάρια στην κατά τ' άλλα άδεια θήκη του αξίας 3,5 εκατομμυρίων δολαρίων βιολιού του.

Το εγχείρημα καταγραφόταν από κάμερες της εφημερίδας, ενώ στελέχη της ήταν διασκορπισμένα στον σταθμό. Το αποτέλεσμα; Πενιχρό. Συνολικό κέρδος; 32 δολάρια και 17 σέντς. Κάποιοι πετούσαν απλά 25 σέντς, χωρίς να γυρίσουν καν το κεφάλι.
Συνολικά πέρασαν 1070 άνθρωποι, τρέχοντας κυνηγημένοι από την καθημερινότητα. Όλα τα target group καλύπτονταν: Νέοι, ηλικιωμένοι, μεσήλικες, λευκοί, μαύροι, παιδιά. Σχεδόν όλοι αδιαφορούσαν.

Μόνο μια ομάδα ήταν πιστή στην ομορφιά: Τα μικρά παιδιά που χωρίς εξαιρέσεις σταματούσαν, πριν συρθούν από τους εκνευρισμένους γονείς τους προς κάποιες γκρίζες υποχρεώσεις. Αρκετοί από τους περαστικούς εντοπίστηκαν μετά το πείραμα.

Με το πρόσχημα μιας έρευνας για τα μέσα μαζικής μεταφοράς ρωτήθηκαν αν είδαν κάτι αξιόλογο εκείνη την ημέρα στο μετρό. «Τίποτα» ήταν η συντριπτική απάντηση.
Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις πλέον, δόθηκαν κατόπιν έρευνας. Πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, χρόνος για χάσιμο, χρόνος για ομορφιά δεν υπάρχει. Η ρουτίνα είναι ανελέητη, δεν χωράει η μουσική αν δεν σερβιριστεί με την κατάλληλη συσκευασία.

Και ο Τζόσουα Μπελ, συνηθισμένος στην αποθέωση, έμεινε μετέωρος και αμήχανος: Το πιο δύσκολο ήταν το διάστημα ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Κανείς δεν χειροκροτούσε, ακούγονταν μόνο βήματα, έλεγε μετά, όχι ακριβώς ταπεινωμένος, αλλά σίγουρα προβληματισμένος.

Οσο για τον λόγο της απαξίωσης του; Τα χρήματα που κάνουν τον κόσμο να περιστρέφεται και να μην γυρίζει όταν υπάρχει λόγος; 32 δολάρια σε λιγότερο από μια ώρα; Δεν ήταν άσχημα, αστειεύτηκε. Δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα άλλο.


Δημήτρης Θεοδωρόπουλος

4/12/07

Τραγικό!

Πρέπει να είναι τραγικό.

Να είσαι στο όριο. Το τελευταίο όριο. Και να σου λένε οι γύρω, με αυτή τη γλυκερή παρηγορητική φωνή, τα λόγια που κι εσύ είχες πει τόσες φορές με την ίδια φωνή:
Ο Κύριος είναι μεγάλος. Θα βοηθήσει. Θα κάνει το θαύμα Του.

Να το ακούς και να ξέρεις πως ούτε Κύριος, ούτε βοήθεια, ούτε θαύμα, ούτε ακτίνα φωτός αχνοφαίνεται στον ορίζοντα.

Και να μην μπορείς να το πεις.
Νίκος Δήμου

Κεριά

Του μέλλοντος οι μέρες στέκοντ' εμπροστά μας
σα μιά σειρά κεράκια αναμένα -
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.

Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή γραμμή κεριών σβησμένων·
τα πιο κοντά βγάζουν καπνόν ακόμη,
κρύα κεριά, λιωμένα, και κυρτά.

Δεν θέλω να τα βλέπω· με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φως των να θυμούμαι.
Εμπρός κυττάζω τ' αναμένα μου κεριά.

Δεν θέλω να γυρίσω να μη διω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβυστά κεριά πληθαίνουν.


Κωνσταντίνος Π. Καβάφης