30/12/08

Επισκέψεις και άλλα [γιορ]τινά…

Κόλαση στους δρόμους, στις υπεραγορές και στα εμπορικά κέντρα! Οι καταναλωτές τρέχουν με τη γλώσσα και τις τσέπες έξω· στο κατόπιν τους οι εμπορομαγαζάτορες που εκλιπαρούν για τον 13ο μισθό τους. Οι τελευταίοι μέχρι και Κυριακές ‘άνοιξαν και τους περιμένουν’. Είναι και οι μπούληδες Αγιο-Βασίληδες που σκαρφαλώνουν σαν κλέφτες αγκομαχώντας στα φωταγωγημένα μπαλκόνια των πολυκατοικιών και νομίζεις πως ‘μπήκαν στην πόλη οι οχτροί!
Μέσ' στον πανικό, η σειρήνα του ασθενοφόρου σκίζει τον παγωμένο ουρανό. Καταφθάνει να μαζέψει το …παραλίγον πτώμα. ‘Συνηθισμένοι στα χιόνια’, ποιος νοιάζεται πια... Ευτυχώς, μόνο το πρόσωπο κάτω απ' την κουκούλα είναι κάτασπρο σα νεκρού· το στήθος ανασαίνει αργά και βαριά, τα μάτια είναι κλειστά... Κι όμως ΜΑΤ πουθενά!

- Πού πονάς;
- Ευυτυχισμεένος ο κκαινούργιος χχρόνος…
μουρμούρισε κοιτάζοντας ηλίθια το ταβάνι του εξωτερικού ιατρείου και βαριανασαίνοντας.
- Επίσης... Όμως... πού πονάς; Γιατί έπεσες; Ήπιες κάτι;
- Ό... όχι... Παλάβωσα... Έκανα... έκανα επισκέψεις...
- Θα πρέπει να έκανες πολλές επισκέψεις!
- Όχι... όχι, όχι πολλές... Μετά τη λειτουργία... έφαγα τη σούπα μου και πήγα στον Κάρολο για τα Κάλαντα... Από κει στη Μαρίκα για κεφτεδάκι, μα ήταν παρών ο Μήτσος ομού μετά του Τάκη κι έτσι έκανα παράκαμψη. Με τα ελαφάκια στον ώμο προχώρησα στον Κωστάκη να ευχηθώ στα δίδυμα... θυμάμαι ακόμη ότι στο χολ με φύσηξε ένα ρεύμα... κι από κει στο Γιωργάκη. Και μετά στο Δημήτρη που προσέχει την υγεία μου. Μπήκα... καθόταν όλη η οικογένεια... μου προσέφεραν να πιω για τη γιορτή... πώς να μην πιεις; Θα τους προσβάλεις αν δεν πιεις... Ε, ήπια τρία ποτηράκια... τσίμπησα και λίγο σαλάμι... Από εκεί έφυγα για την άλλη άκρη της Αθήνας, για τον τον Αλέξη... το Γιαννάκη και τ’ άλλα παιδιά... Έπειτα, έφυγα για τον Τηλέμαχο και τον Βύρωνα να τους ευχηθώ κι άλλες ποιητικές εμπνεύσεις... Μετά κατευθείαν στον Γιώργο που με κράτησε για πρωινό και με φίλεψε καφέ. Ο καφές με ζάλισε, πρέπει να με χτύπησε κατευθείαν στο κεφάλι... Στο τέλος μου ζήτησε και τα ...ρέστα. Από τον Ευριπίδη που τον ευχαρίστησα για τη μόρφωσή μου, πήγα στο Βασίλη στο αναψυκτήριο· έχει τη γιορτή του. Να μη φας γλυκά σε κάποιον που γιορτάζει, είναι προσβολή! Έφαγα ένα κομμάτι γλυκό, ήπια βότκα και πήγα στο μπάρμπα Στέλιο, στο Κάτω Πατήσι... Εκεί ήπια κρύα μπίρα... και με πείραξε ο λαιμός μου... Από κει στο Άνω Πατήσι στη θεια Αλέκα... με κέρασε καυτή σοκολάτα... Παντού ένιωθα μια χαρά... Μετά πήγα στη Ντόρα και από κει στο φτωχικό του Θοδωρή. Κι εκεί επίσης ένιωθα καλά... Πέρασα κι από το Βαγγέλη... Επέμενε να πιω κονιάκ και να φάω λουκάνικο με λάχανο... Ήπια τρία ποτηράκια... έφαγα δυο λουκάνικα, και πάλι εντάξει... Μόνο που να, όταν βγήκα, ένιωσα στο κεφάλι... λάμψη... αδυναμία... Δεν ξέρω γιατί...
- Εξαντλήθηκες... Ξεκουράσου λίγο, και θα σε στείλουμε ύστερα στο σπίτι σου...
- Δεν μπορώ να πάω σπίτι...
βογκάει, πρέπει ακόμη να περάσω απ’ τα υπόλοιπα ρετ[μ]άλια... Υπάρχουν ακόμα πολλά που δεν πήγα...
- Και δεν πρέπει να πας!
- Δεν μπορώ... Πώς γίνεται να μην τους ευχηθώ για την καινούργια χρονιά; Πρέπει... Αν δεν πάω είναι σαν να μη θέλω τη ζωή μου... Άσε με τώρα να φύγω, γιατρέ, μη με κρατάς...
- Στο σπίτι να πας, αλλά για επισκέψεις ούτε να το σκέφτεσαι!
- Ο Θεός θα με βοηθήσει...,
αναστενάζει, θα τα καταφέρω σιγά-σιγά...

Ντύνεται αργά, τυλίγεται στο πανωφόρι του και παραπατώντας βγαίνει στο δρόμο…
Το προηγούμενο βράδυ είχε προηγηθεί κρεβατομουρμούρα… Δεν μπορεί να βρει την ησυχία του ούτε στις γιορτές ούτε στις σχόλες! Γέρασε κι ακόμα πρέπει να τρέχει σαν σκυλί! Ήθελε να καταργήσει τις επισκέψεις. Μα η συμβία ήταν κατηγορηματική. Θα πέθαινε!
Ένα θείο έχουμε, κι εσύ... εσύ δεν μπορείς, βαριέσαι να πας να του ευχηθείς "Καλή Χρονιά"! Η ξαδέλφη μας αγαπάει τόσο, κι εσύ, αδιάντροπε, δε θέλεις να της κάνεις την τιμή. Ο κουμπάρος Γιώργος σού δάνεισε χρήματα, ο αδελφός μου ο Πέτρος αγαπάει τόσο την οικογένειά μας, ο Αντρίκος σού βρήκε τη θέση, κι εσύ!, δεν καταλαβαίνεις! Θεέ μου, τι δυστυχισμένη που είμαι! Όχι, όχι, είσαι εντελώς ανόητος! Εσύ δε θα έπρεπε να έχεις μια γυναίκα τόσο ευαίσθητη σαν και μένα, αλλά μια μέγαιρα, που να σε ξεσκίζει κάθε λεπτό! Ναιι! Α-συ-νεί-δη-τε! Σε μισώ! Σε περιφρονώ! Ξεκίνα τώρα αμέσως! Να η λίστα... Πήγαινε σε όλους όσοι είναι γραμμένοι εδώ! Αν παραλείψεις έστω και έναν απ' τους 300, μη διανοηθείς να γυρίσεις σπίτι!

Τελευταία άφησε την ξαδέλφη Φανή που την πέτυχε στις χειρότερες των διαθέσεών της. Ξαπλωμένη στον καναπέ του σαλονιού της, εισπνέει κάποια αηδία και παραπονιέται για ημικρανία.
-Αχ, εσύ είσαι χρυσό μου; λέει βογκώντας, μισανοίγοντας τα μάτια και τείνοντάς του το χέρι.
- Κάτσε δίπλα μου...
Για πέντε λεπτά κρατά κλειστά τα μάτια, μετά σηκώνει τα βλέφαρα, τον κοιτάζει κατά πρόσωπο επί μακρόν και τον ρωτά ξεψυχισμένα.
-Μισέλ είσαι... ευτυχισμένος; Οι σακούλες κάτω από τα μάτια της είχαν μεγαλώσει, στα βλέφαρά της εμφανίζονται δάκρυα... Ανασηκώνεται, ακουμπάει το χέρι στο ταραγμένο στέρνο του και λέει.
-Καλέ μου, είναι δυνατόν... είναι δυνατόν να έχουν τελειώσει όλα πια; Είναι δυνατόν το παρελθόν να χάθηκε ανεπιστρεπτί; Ω, όχι!
Αυτός κάτι μουρμουρίζει, αβοήθητος κοιτάζει ένα γύρο, αναζητώντας σωτηρία, αλλά τα πρησμένα γυναικεία χέρια, σαν δυο φίδια, τυλίγουν τώρα το λαιμό του, το πέτο του πανωφοριού του είναι ήδη καλυμμένο από μια στρώση πούδρας. Το φτωχό, ευσπλαχνικό και τα πάντα υπομένον πανωφόρι!
-Καλέ μου, είναι δυνατόν αυτή η γλυκιά στιγμή να μην ξανάρθει ποτέ; βογκάει η ξαδέλφη, ποτίζοντας το στέρνο του με δάκρυα. Που πήγαν οι όρκοι σου, πού πήγαν οι υποσχέσεις για παντοτινή αγάπη;
Μπρρρ!... Ένα λεπτό ακόμη και απελπισμένος θα ριχνόταν στο αναμμένο τζάκι, με το κεφάλι κατευθείαν στη θράκα, αλλά για καλή του τύχη ακούγονται βήματα και στο σαλόνι μπαίνει ο …καλός κι ο χρυσός της Μισέλ... Σαν τρελός σηκώνεται, φιλά το χέρι της ξαδέλφης, και ευγνωμονώντας το σωτήρα του ορμά στο δρόμο…

Τσακισμένος, τσαλακωμένος, τρεκλίζοντας επιστρέφει το βράδυ σπίτι του. Τον υποδέχεται η φίλη της ζωής του.
-Λοιπόν, πήγες σε όλους; Γιατί δεν απαντάς; Ε; Πώς; Τι-ι-ι-ι; Να σιωπήσω!
Μετά αρχίζει ο εξάψαλμος ότι μυρίζει αλκοόλ, τον αποκαλεί βασανιστή, τέρας και δολοφόνο... Στο τέλος, όταν πια σκέφτεται ο ταλαίπωρος ότι τώρα μπορεί να σωριαστεί κάπου και να ξεκουραστεί, η συμβία αρχίζει αίφνης να τον μυρίζει, γουρλώνει τα μάτια και σηκώνει τη φωνή.
-Να σου πωωω, δε με κοροϊδεύεις εμένα! Πού αλλού πήγες εκτός από τις επισκέψεις;
-Που... πουθενά...
-Ψέματα, λες ψέματα! Όταν έφυγες από εδώ, μύριζες ζιβανσί, ενώ τώρα βρομάς πατσουλί. Κακομοίρη μου, καταλαβαίνω τα πάντα! Άφησέ με να μιλήσω! Σήκω! Πώς τολμάς να κοιμάσαι ενώ σου μιλάνε; Ποια είναι; Πού ήσουν;
Τρίβει τα μάτια του, κρώζει κάτι και απηυδισμένος κουνά πέρα δώθε το κεφάλι του...
-Σωπαίνεις; Δεν απαντάς; Όχι; Πε... πεθαίνω! Για... γιατρό! Με απόκαμε! Πεθαί-νω!

Τώρα, ευγενικέ άντρα, ντύσου και τρέξε για γιατρό. Καλή χρονιά!


.


.


ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

ΚΑΛΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ 2009



.


.

Η JamanFou μετάλλαξε και στρίμωξε τον Anton Chekhov από 2 σε 1 διηγήματα: Πρωτοχρονιάτικο Μαρτύριο & Οι Μεγαλομάρτυρες της Πρωτοχρονιάς. Απολαύστε τα!




26/12/08

Ο γιορτινός μου καθρέφτης

Το ήξερα! Το διαισθανόμουν πως με ζήλευαν! Τόσα χρόνια, απ’ όπου κι αν περνούσα, όλοι με θωρούσαν με την άκρη του ματιού τους και μόρφαζαν απ’ τον πόνο. Γύριζαν αμέσως το κεφάλι στην αντίθετη μεριά μη αντέχοντας το εκθαμβωτικό φως που εξέπεμπε η παρουσία μου! Ήταν φανερό πια· φθονούσαν τη θεϊκή ομορφιά και κορμοστασιά μου!!

Το διαπίστωσα μόλις αυτές τις γιορτινές μέρες, όταν μου πήρα δώρο έναν καθρέφτη· έναν ολόσωμο καθρέφτη με μια μαυρισμένη ασημένια κορνίζα. Τον βρήκα στο Μοναστηράκι -καθώς χάζευα- όπου κείτονταν καταχωνιασμένος και στριμωγμένος σε μια γωνιά μιας στάλας μαγαζιού μαζί με άλλα σιδερικά. Σκούπισα τη σκόνη από πάνω του, τον κοίταξα και …χάζεψα!

Η ζωή μου άλλαξε! Έπαψα να εμπιστεύομαι τους ανθρώπους που μέχρι τότε με είχανε κάνει να πιστέψω πως ήμουν ένα ασχημόπαπο με αδέξιες κινήσεις. Απόκτησα αυτοπεποίθηση, ανέβηκα σκαλιά και είδα τους ανθρώπους αφ’ υψηλού. Βυθίζομαι μέσα του και μένω με τις ώρες προσηλωμένη αντλώντας ενέργεια απ’ αυτόν. Είμαι όμορφη! Είμαι καλλονή! Είμαι θεά!

Οι δικοί μου απορούν μ’ αυτή μου την αλλαγή και συμπεριφορά. Διαισθάνομαι την ανησυχία τους και κρυφογελώ…
Ώσπου, μια μέρα που με θαύμαζα στον καθρέφτη μου, στάθηκαν πίσω μου κοιτώντας τον ξεκαρδισμένοι στα γέλια.

Βλέπετε, ο καθρέφτης ήταν κοίλος… και διαστρέβλωνε, εντελώς τυχαία, το όμορφο σε άσχημο και το άσχημο σε πανέμορφο. Με αποτέλεσμα…οι δικοί μου να βλέπουν τη μύτη τους να φυτρώνει στο αριστερό τους μάγουλο, το δε πηγούνι τους διπλασιασμένο να φεύγει κάπου στην άκρη και χαχάνιζαν…κι εγώ; εγώ να θαυμάζω μια γυναίκα εκθαμβωτικής ομορφιάς, που παρόμοιά της δεν είχα αντικρύσει ποτέ στη ζωή μου. Ήταν θαύμα της φύσης, η αρμονία της ομορφιάς, της κομψότητας και του έρωτα!
Μείον στο μείον μας δίνει συν!





.




Την παραμόρφωση-διαστρέβλωση του... Anton Chekhov διέπραξε η JamanFou, ευρισκόμενη υπό την επήρεια του οίνου της χριστουγεννιάτικης φαγοποσίας. Τον Chekhov, αυτοπροσώπως, διαβάστε τον εδώ. Σίγουρα θα ανακαλύψετε έναν …άλλον άνθρωπο με άλλο κείμενο, ευτυχώς μικρό και ευέλικτο.
.
.
.

Λίγο μετά, λίγο πριν...

Κατάθλιψη και νοσταλγία λένε πως φέρνουν τούτες οι γιορτινές μέρες αναπολώντας «τον παλιό καλό καιρό»...


Κι όμως, αυτές οι γιορτινές μέρες, μαζί με την Χριστού γέννηση, δεν παύουν να υπενθυμίζουν -παρ’ όλες τις διαψεύσεις-
την γέννηση της Ελπίδας για μια καλύτερη χρονιά.


Σοφός, λοιπόν, ο καθορισμός των Χριστουγέννων λίγες μόλις μέρες πριν την Πρωτοχρονιά! Γεννιέται ξανά και ξανά η Ελπίδα για το Νέον Έτος!!


Νόημα δε δίνει στη ζωή ό,τι [υπήρχε και] υπάρχει·
μόνο η ελπίδα και η πίστη σε ό,τι πρέπει να υπάρξει!


Χαλαρώστε κι απολαύστε σήμερα, γιατί περιμένει πολλή δουλειά αύριο.
Κάτι ξέρει και το Κινεζάκι...


Κ Α Λ Η .... Π Ρ Ο - Π Ρ Ω Τ Ο Χ Ρ Ο Ν Ι Α !

20/12/08

Δύσκολοι καιροί για ...Άγιες Νύχτες

Δύσκολοι καιροί για Άγιες Νύχτες· με τα παιδιά στους δρόμους να διεκδικούν το μέλλον τους, και τους μεγάλους… μα αυτοί έχουν ήδη γράψει τόσα πολλά και πράττουν τόσα λίγα. Ή μήπως έπραξαν, μη συνειδητοποιώντας πως οι συνέπειες των ατομικών τους πράξεων κρατάνε χρόνια ενώ θα έπρεπε να ξέρουν τι κόσμο θα αφήσουν στην 5η γενιά!
Δύσκολοι καιροί για Άγιες Νύχτες· γι αυτό, Έχε το νου σου στο παιδί…
Και όταν θα 'ρθουν οι καιροί που θα 'χει σβήσει το κερί στην καταιγίδα…
Υπερασπίσου το παιδί γιατί αν γλιτώσει το παιδί υπάρχει ελπίδα!
Δύσκολοι καιροί για Άγιες Νύχτες· μα θα ήθελα να γράψω για... την Άγια Νύχτα! τη μοναδική Άγια Νύχτα, αυτήν που γνωρίσαμε απ' τα γεννοφάσκια μας. Αυτήν που όλοι μας κάποια στιγμή έχουμε σιγοψιθυρίσει. Πόσοι όμως γνωρίζουν την ιστορία της; Ιδού, λοιπόν:


Stille Nacht! - Άγια Νύχτα! - Silent Νight! ...
Στίχοι: Josef Mohr [περίπου 1816-1818]
Μουσική: Franz Xaver Gruber [περίπου 1820]
Stille Nacht! Heilige Nacht!
Alles schläft; einsam wacht
Nur das traute [[hoch]] heilige Paar.
Holder Knab im lockigten Haar,
Schlafe in himmlischer Ruh!
Schlafe in himmlischer Ruh!

Παραμονή Χριστουγέννων του 1818 στο Oberndorf, ένα γραφικό χωριουδάκι κάπου στο Salzburg της Αυστρίας γενέτειρα του Mozart, οι πιστοί παρακολουθούν τη λειτουργία. Ξαφνικά χαλάει το μοναδικό όργανο της εκκλησίας, κι ο εφημέριος Joseph Mohr αναρωτιέται πώς θα κάνει τη λειτουργία της γέννησης την επόμενη νύχτα. Μαζί με τον Franz Gruber - δάσκαλο του χωριού και οργανίστα της εκκλησίας - προσπαθούν να βρουν μια λύση. Ο Gruber παίζει κιθάρα εξίσου καλά κι έτσι αποφασίζουν να γράψουν ένα τραγούδι για να το ψάλλουν μαζί το επόμενο βράδυ.
Ο πατέρας Mohr αντικρίζοντας τα χιονισμένα σπίτια και έλατα του μικρού χωριού, φαντάστηκε πως, κάπως έτσι θα ήταν κι η νύχτα εκείνη στη Βηθλεέμ... Εμπνεύστηκε, λοιπόν, τους στίχους του τραγουδιού, που λίγο αργότερα θα κατακτούσε ολόκληρο τον κόσμο… Δίνει τους στίχους στον Gruber κι αυτός με τη σειρά του συνθέτει τις πρώτες του νότες. Με το ξημέρωμα, το τραγούδι ήταν έτοιμο…
Ξημερώματα της 25ης Δεκεμβρίου του 1818 στην μικρή εκκλησία του Αγίου Νικολάου του Oberndorf, μετά το Ευαγγέλιο του Αποστόλου Λουκά, που αναφέρεται στη γέννηση, ο πατέρας Joseph Mohr πλησιάζει τον Franz Gruber και με συνοδεία την κιθάρα αρχίζουν να ψέλνουν την Άγια Νύχτα…
Την παγερή σιωπή στο ακροατήριο ακολούθησε μια γλυκιά γυναικεία φωνή που επανέλαβε κατανυχτικά τη μελωδία· και μετά κι άλλη, κι άλλη, ώσπου όλοι μαζί οι πιστοί έψαλαν πολλές φορές το χριστουγεννιάτικο τραγούδι που γεννήθηκε κάτω από αυτές τις παράξενες συνθήκες…


Σε λίγες μέρες φτάνει στο Oberndorf ο διάσημος τεχνίτης Μαουράχερ για να επισκευάσει το εκκλησιαστικό όργανο. Μαθαίνει για τον ύμνο, ζητά να το ακούσει και ενθουσιάζεται τόσο πολύ που υπόσχεται να το κάνει γνωστό σε όλες τις μεγάλες πόλεις... Έτσι, η μελωδία πέρασε σε όλη την Αυστρία και Γερμανία για να φτάσει στα πέρατα του κόσμου.
Πολλοί μεγάλοι μουσουργοί ασχολήθηκαν με το τραγούδι και όλοι συμφώνησαν ότι η μελωδία του είναι τόσο δυνατή, που με το πρώτο της άκουσμα καταφέρνει να ξυπνήσει στις ανθρώπινες καρδιές συναισθήματα θρησκευτικότητας και χριστιανικής αδελφοσύνης.
Με τον καιρό τα ονόματα των δημιουργών ξεχάστηκαν και η πρώτη έκδοση του τραγουδιού που έγινε το 1840 είχε την ένδειξη ‘άγνωστος συνθέτης’.

Ωστόσο, η ιστορία αυτή είναι πηγή κάποιων διαφωνιών. Η παράδοση προτιμά τους Mohr και Gruber να γράφουν τον ύμνο έτσι όπως περιγράφηκε πιο πάνω, με κάποιες παραλλαγές ως προς την ...σιωπή του εκκλησιαστικού οργάνου· λέγεται ότι σκούριασε, ή ότι ποντίκι μάσησε ζωτικά του μέρη. Πρόσφατα στοιχεία, όμως, δείχνουν ότι η παραπάνω ιστορία είνα μόνο λαϊκή παράδοση. Ένα παλαιό χειρόγραφο που έχει ανακαλυφθεί παρουσιάζει ότι ο Franz Gruber έγραψε τη μουσική 2-4 έτη αφότου ο Mohr έγραψε τους στίχους.
Οποιαδήποτε κι αν είναι η αλήθεια, αυτό το Χριστουγεννιάτικο τραγούδι έχει γίνει παγκοσμίως δημοφιλές για τόσα χρόνια και κλασικό στο είδος του.



18/12/08

Η καθαρή συνείδηση...

Κάποτε ένας φτωχός άνθρωπος έκλεψε μια παλιά πίπα. Τον πιάσανε όμως την ώρα που έκανε την κλεψιά και τον κλείσανε στη φυλακή. Έμεινε ξεχασμένος εκεί μέσα για πολλούς μήνες χωρίς δίκη, τόσο που άρχισε να σκέφτεται με ποιον τρόπο θα μπορούσε να βγει. Να δραπετεύσει δε μπορούσε, γιατί οι φυλακές ήταν υψίστης ασφαλείας. Δεν του έμενε, λοιπόν, παρά η πονηριά...
Μια μέρα παρακάλεσε κάποιο φύλακα να τον πάει στο βασιλιά για να του παραδώσει ένα θησαυρό πολύ σπάνιο. Έτσι τον οδήγησαν στην αυλή του.
"Τι θέλεις από μένα;"
"Μεγαλειότατε, θέλω να σας προσφέρω ένα θησαυρό πολύ σπάνιο".
"Μα, δεν είναι παρά ένα κουκούτσι από αχλάδι!"
"Ναι, ένα κουκούτσι από αχλάδι, αλλά σπάνιου είδους! Αν το φυτέψετε, θα γίνει δέντρο, και πάνω σ' αυτό το δέντρο θα ωριμάσουν χρυσά αχλάδια!"
"Και τότε, γιατί δεν το φυτεύεις εσύ;"
"Υπάρχει σοβαρός λόγος. Για να βγάλει τα χρυσά αχλάδια, πρέπει να φυτευτεί από κάποιον που δεν έκλεψε ποτέ και δεν κορόιδεψε ποτέ κανέναν. Διαφορετικά, δε θα βγάλει παρά τα συνηθισμένα αχλάδια! Να, γιατί έφερα σε σας αυτό το κουκούτσι, Μεγαλειότατε. Εσείς σίγουρα δεν έχετε κλέψει, ούτε εξαπατήσατε ποτέ κανέναν".
"Τι βλακείες", μουρμούρισε ο βασιλιάς -που θυμήθηκε πως πριν πολλά χρόνια, όταν ήταν παιδάκι, είχε κλέψει από τη μητέρα του μια χρυσή λίρα.
"Εντάξει, ας το φυτέψει τότε ο υπουργός σας".
"Ανοησίες", είπε με στόμφο ο υπουργός -που εύκολα μπορούσε να τον δωροδοκήσει κανείς.
"Εντάξει, ας το φυτέψει τότε ο στρατηγός του βασιλικού στρατού".
"Μα, εγώ δεν κάνω καθόλου για κηπουρός", αντέτεινε ο στρατηγός -που συχνά είχε εξαπατήσει τους στρατιώτες στην πληρωμή τους.
"Εντάξει, τότε προτιμήστε τον ανώτατο δικαστή".
Αλλά, ούτε ο δικαστής δέχτηκε -γιατί συνήθως έβγαζε τις αποφάσεις του αναλόγως το φακελάκι.
"Ας το φυτέψει, επιτέλους, ο φύλακας των φυλακών!".
Αλλά κι αυτός αρνήθηκε κατηγορηματικά -γιατί δεχόταν λεφτά από τους φυλακισμένους, για να τους καλοθωρεί.
Κι έτσι συνεχίστηκε η ιστορία για κάμποση ώρα. Οποιονδήποτε κι αν πρότεινε ο κλέφτης, αυτός έβρισκε μια δικαιολογία για ν' αρνηθεί, γιατί δεν είχε καθαρή τη συνείδησή του.
Στο τέλος ο κλέφτης ξέσπασε σε γέλια:
"Όλοι σας, μηδενός εξαιρουμένου, κλέβετε, εξαπατάτε, λέτε ψέματα, αλλά κανένας σας δεν μπαίνει γι αυτά στη φυλακή. Ενώ εγώ το μόνο που πήρα ήταν μια παλιά, σπασμένη πίπα... Κι όμως, με κλείσανε μέσα γι αυτό".
Γέλασε κι ο βασιλιάς και πρόσταξε ν' αφήσουν αμέσως ελεύθερο τον κλέφτη.



ΥΓ
Μη ξεγελιέστε:
πρώτον, είναι ένα παραμύθι κινέζικο και
δεύτερον, στην Ελλάδα άπαντες έχουν τη συνείδησή τους καθαρή

12/12/08

Έφταιξα...

Ήμουν, λέει, σ’ άλλη γη που έμοιαζε τόσο πολύ με τη δική μας. Μόνο που σ’ αυτήν όλα ακτινοβολούσαν! Κι ύστερα, είδα και τους κατοίκους αυτής της μακάριας γης. Ποτέ στη γη μας δεν είχα δει τόση ομορφιά στον άνθρωπο! Μόνο στα παιδιά μας, και μάλιστα στα πρώτα παιδικά τους χρόνια, μπορούσες να διακρίνεις κάτι σα μια μακρινή ανταύγεια -μα πολύ εξασθενημένη- αυτής της ομορφιάς.

Ω! το είχα καταλάβει από την πρώτη ματιά! Εδώ ήταν η γη προτού τη μολύνει το προπατορικό αμάρτημα. Εδώ ο παράδεισος, μόνο που εδώ η γη ήταν παντού ένας και ο αυτός παράδεισος!
Η γνώση τους ήτανε τέλεια, στηριζόταν και είχε για κανόνες εντελώς άλλες διαισθήσεις απ' τις δικές μας. Όμοια διαφορετικοί ήτανε κι οι πόθοι τους. Δεν είχαν επιθυμίες και μέσα στη γαλήνη τους δε διψούσανε σαν εμάς να γνωρίσουν τη ζωή, αφού είχανε φτάσει στην κατάσταση της τελειότητας. Μα η γνώση τους ήτανε βαθύτερη και ανώτερη από τη δική μας επιστήμη, γιατί η δική μας ζητάει να εξηγήσει τι είναι η ζωή και προσπαθεί να τη γνωρίσει για να μάθει στους άλλους πώς να ζούνε. Ενώ εκείνοι, δεν είχαν την ανάγκη της.

Ούτε μια φορά με προσέβαλαν και ξύπνησαν μέσα μου αισθήματα ζήλειας και φθόνου. Και γω, η καυχησιάρα και ψεύτρα, δεν μουρχόταν η επιθυμία να τους καταπλήξω με γνώσεις που σίγουρα ούτε ακουστά θα τις είχανε. Χαρούμενοι σα μικρά παιδιά περιπλανιόνταν μέσ’ τα πυκνά δάση τους. Λίγη δουλειά έφτανε για να κερδίζουν την ελαφριά τροφή τους. Ποτέ δε γίνονταν καυγάδες ή ζήλιες ανάμεσά τους και ούτε που τα γνώριζαν. Τα παιδιά τους ήτανε παιδιά ολονών, γιατί όλοι τους αποτελούσανε μιαν οικογένεια… Δεν είχαν εκκλησιές και ζούσανε σα σε αδιάκοπη επικοινωνία με το μεγάλο Παν∙ δεν είχανε θρησκεία, μα ξέρανε πως, αφού θα γέμιζαν με τις χαρές της ζωής ως εκεί που έφταναν τα όρια της γήινης φύσης, τότε γι' αυτούς θα γινόταν πλατύτερη η επαφή με το μεγάλο Παν. Και περιμένανε με χαρά αυτή τη στιγμή χωρίς βιάση και χωρίς νοσταλγία…

Στο τέλος, τους διέφθειρα όλους! Πώς έγινε αυτό δε ξέρω· το μόνο που ξέρω, είναι πως εγώ ήμουν η αιτία του πρώτου αμαρτήματος. Σαν ένα μόριο χολέρας που μπορεί να μολύνει ολόκληρη αυτοκρατορία, έτσι κι εγώ μόλυνα με την παρουσία μου την γη της ευτυχίας που ως τότε ήταν αθώα. Μάθανε να λένε ψέματα και τους άρεσε το ψέμα. Ύστερα γεννήθηκε η ηδυπάθεια, η ηδυπάθεια γέννησε τη ζηλοτυπία, η ζηλοτυπία τη σκληρότητα... Α, δεν ξέρω, δε θυμάμαι, μα σε λίγο, πολύ γρήγορα, χύθηκε το πρώτο αίμα: αυτό τους κατέπληξε, τους τρόμαξε, κι άρχισαν ν' απομακρύνονται ο ένας από τον άλλο. Σχηματίστηκαν συμμαχίες, μα εναντίον των άλλων. Ακούστηκαν μομφές και κατηγορίες. Μάθανε τ' είναι ντροπή, και κάνανε αρετή τη ντροπή. Γεννήθηκε μέσα τους το αίσθημα της τιμής και κάθε συμμαχία ύψωσε πάνω της το λάβαρό της. Άρχισαν να κακομεταχειρίζονται τα ζώα και τα ζώα φύγανε από κοντά τους. Άρχισε ένας αιώνας αγώνων για την ιδιοτέλεια, τον ατομικισμό, την προσωπικότητα, τη διάκριση του δικού μου και του δικού σου. Αρχίσανε να μιλούνε διαφορετικές γλώσσες. Μάθανε τη θλίψη κι αγαπήσανε τη θλίψη. Ποθήσανε την οδύνη κι είπανε πως μόνο με την οδύνη αποκτιέται η αλήθεια. Κι έκανε την εμφάνισή της η επιστήμη. Σα γίνανε κακοί, τότε αρχίσανε να μιλάνε για την αδελφοσύνη και τον ανθρωπισμό, και τότε καταλάβανε αυτές τις ιδέες. Σαν γίνανε εγκληματίες, τότε επινοήσανε τη δικαιοσύνη και θεσπίσανε πλήρεις κώδικες για να τη διατηρήσουν, κι ύστερα, για να εξασφαλίσουν το σεβασμό γι' αυτούς τους κώδικες, θεσπίσανε τη λαιμητόμο...

Τώρα πια, πολύ αμυδρά θυμούνταν αυτά που είχανε χάσει, και μάλιστα δε θέλανε να πιστέψουν πως άλλοτε ήτανε αθώοι κι ευτυχισμένοι. Κορόιδευαν και λέγανε πως ήταν όνειρο. Δε μπορούσαν να το φανταστούν αισθητά ή εικονικά. Μ' όλο που είχαν χάσει την πίστη τους στη παλιά τους ευτυχία, ωστόσο, τόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία τους να ανακτήσουν την αθωότητα και την ευτυχία, που γονατίσανε μπροστά στους πόθους της καρδιάς τους, χτίσανε ναούς και προσεύχονταν στην ιδέα τους, στην «επιθυμία» τους, μ' όλο που ξέρανε πως ήταν απραγματοποίητη, μα δεν παύανε να τη λατρεύουν με προσευχές και δάκρυα.

Κι όμως, αν μπορούσαν να ξαναγυρίσουν στη χαμένη κατάσταση της αθωότητας και της ευτυχίας, κι αν τους ρωτούσαν αν πραγματικά θέλαν να ξαναγυρίσουν, σίγουρα θ' αρνιόνταν και θα απαντούσαν: «Είμαστε ψεύτες, κακοί και άδικοι∙ το ξέρουμε, κλαίμε κι υποφέρουμε γι' αυτό και επιβάλλουμε στους εαυτούς μας μαρτύρια και τιμωρίες χειρότερες ίσως από κείνες που θα μας επιβάλει ο Φιλεύσπλαχνος Κριτής σα μας δικάσει. Μα με τη βοήθεια της επιστήμης θα ξαναβρούμε την αλήθεια και τότε θα την αποδεχτούμε συνειδητά. Η γνώση είναι ανώτερη απ' το συναίσθημα, κι η συνείδηση της ζωής ανώτερη απ' τη ζωή. Η επιστήμη θα μας δώσει τη σοφία, η σοφία θα μας αποκαλύψει τους νόμους και η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι πάνω από την ευτυχία.»

Αυτά λέγανε, κι ύστερα από κάτι τέτοια λόγια, ο καθένας ξανάρχιζε ν' αγαπάει τον εαυτό του με ολοένα πιο εγωιστική αγάπη και προσπαθούσε να εξευτελίσει και να ταπεινώσει με κάθε μέσο την προσωπικότητα των άλλων∙ ήτανε ζήτημα ζωής. Εμφανίστηκε η δουλεία και η εθελοδουλία. Οι αδύνατοι υποτάχθηκαν πρόθυμα στους ισχυρότερους, φτάνει αυτοί να τους βοηθούσαν να συντρίψουν τους πιο αδύνατους απ' αυτούς. Εμφανίστηκαν και οι δίκαιοι, που ήρθαν για να τους μιλήσουν θρηνώντας για την αλαζονεία τους και κατηγορώντας τους που έχασαν το μέτρο, την αρμονία, την αιδημοσύνη τους. Μα τους κορόιδεψαν και τους λιθοβόλησαν. Ήρθαν κι άλλοι που σκέφτηκαν ν' αποκαταστήσουν την αρμονία ανάμεσα στους ανθρώπους σε τρόπο που -χωρίς ο καθένας να παύει να αγαπά τον εαυτό του περισσότερο από τον πλησίον του- να μην αποτελεί ωστόσο εμπόδιο και ενόχληση για τους άλλους και όλοι μαζί να σχηματίσουν ένα είδος κοινωνίας όπου να ζούσανε μονιασμένοι. Μακρόχρονοι πόλεμοι υποδαυλίστηκαν για να επιβληθεί αυτή η αρχή. Μα γρήγορα εξασθένισε το συναίσθημα της προσωπικής αυτοσυντήρησης, κι ανέβηκαν οι αλαζόνες κι οι φιλήδονοι που απαιτούσαν όλα ή τίποτα. Και για ν' αποκτήσουν τα όλα, χρειάστηκε να καταφύγουν στην αγριότητα, κι όταν δεν πετύχαιναν, στην αυτοκτονία. Έγιναν θρησκείες για τη λατρεία της ανυπαρξίας και της αυτοκαταστροφής, εν ονόματι της αιώνιας γαλήνης στους κόλπους του μηδενός. Τελικά, αυτοί οι άνθρωποι κουράστηκαν από τον χωρίς νόημα μόχθο και τα πρόσωπά τους πήρανε τα στίγματα της οδύνης∙ έτσι, αυτοί οι άνθρωποι διακήρυξαν πως η οδύνη είναι ομορφιά…

Κι εγώ, τριγύριζα απελπισμένη ανάμεσά τους κι έκλαιγα γι' αυτούς, μα τώρα τους αγαπούσα ίσως περισσότερο από πριν που τα πρόσωπά τους δεν είχανε γνωρίσει την οδύνη και ήτανε αθώα και τόσο ωραία. Ξανάρχισα ν' αγαπάω τη βρώμικη γη τους πιο πολύ από τότε που ήταν παράδεισος, μόνο και μόνο γιατί ήρθε ο πόνος... Τους είπα πως εγώ τα είχα κάνει όλ' αυτά, τους είχα φέρει τη διαφθορά, τη πανούκλα και το ψέμα! Μα εκείνοι καγχάζανε, και στο τέλος με πήραν για τρελό. Και τότε η ψυχή μου πλημμύρισε από τόσο δυνατή θλίψη που σφίχτηκε η καρδιά μου, ένοιωσα πως θα πέθαινα, και τότε… τότε ξύπνησα.

Ήμουν γελοία. Τώρα με λένε τρελή. Θλίβομαι που βλέπω πως δεν γνωρίζουν την αλήθεια...
Κι όμως, τι απλό που είναι! θα μπορούσαν μέσα σε μια μέρα να ξαναγίνουν όλα. Το ουσιώδες, είναι ν' αγαπούμε τον πλησίον μας σαν τον εαυτό μας, ναι, αυτό είναι το ουσιώδες και το παν, χωρίς να χρειάζεται τίποτ' άλλο: τότε, αμέσως θα ξέρουμε πώς να χτίσουμε τον παράδεισο. Κι όμως, αυτή είναι παμπάλαια αλήθεια, την έχουμε διαβάσει και αναμασήσει εκατομμύρια φορές, μα δεν παύει να είναι αποτελεσματική.
«Η συνείδηση της ζωής είναι ανώτερη απ' τη ζωή∙ η γνώση των νόμων της ευτυχίας είναι ανώτερη, από την ευτυχία». Αυτά πρέπει να καταπολεμήσουμε! Και θα παλέψω. Φτάνει να το θελήσουν όλοι, κι αμέσως όλα θα χτιστούν!

κλικ από
Το Όνειρο Ενός Γελοίου,
Fyodor Dostoyevsky

Κόντεμα-στένεμα, JamanFou




9/12/08

Η παράνοια στα ύψη...

Το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν πώς ν’ αγγίξει το φεγγάρι. Έτσι, μια μέρα είχε μια ιδέα. Τους φώναξε να φτιάξουν έναν πύργο ψηλό ως τον ουρανό.

- Και πώς θα γίνει αυτό;


- Αυτό είναι δική σας δουλειά! Κι αν δε τον κάνετε θα σας διαλύσω!!


Τι να κάνουν, μάζεψαν όσα πρόχειρα ξύλα ήταν στο χώρο κι έφτιαξαν έναν ψηλό πύργο.

- Θέλω ακόμα πιο ψηλό!


Μάζεψαν όλα τα ξύλα της χώρας κι έφτιαξαν τον πύργο τόσο ψηλό που χανόταν μέσα στα σύννεφα.
Τον είδε έτσι αψηλό και σκέφτηκε πως ίσως θα μπορούσε να φτάσει το φεγγάρι. Κι άρχισε ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει, μέχρι που έφτασε στην κορυφή. Όμως ακόμη δε μπορούσε ν’ αγγίξει το φεγγάρι...

- Λίγα ξύλα ακόμααα…


- Μα δεν έχει μείνει τίποτα! Ό,τι ξύλο υπήρχε σ’ αυτή τη χώρα χρησιμοποιήθηκε στον πύργο σου.


- Ωραία, βγάλτε μερικά σανίδια από τη βάση κι ελάτε να τα καρφώσετε εδώ πάνω. Αν ανέβω και σ’ αυτά, θ’ αγγίξω το φεγγάρι…

Ε, δεν περίμεναν δεύτερη κουβέντα! Άρχισαν αμέσως να ξηλώνουν τα σανίδια της βάσης του πύργου…
Κι ο ανόητος, που ήθελε ν’ αγγίξει το φεγγάρι, έφαγε τα μούτρα του στη γη…

.
.
Αυτό συνέβη σ’ ένα ιρανικό παραμύθι
Λέτε να μη συμβαίνει και στη ζωή;
Τι περιμένουμε ακόμη;



1/12/08

Εύπεπτα και ...ευκοίλια

Και το Βατοπέδιο θέλει το ...Γερμανό του!
Η ...απόσυρση του Εφραίμ, κατόπιν υπόδειξης του Οικουμενικού Πατριάρχη, ανέξειξε Τοποτηρητή τον αδελφό της Μονής και παλαιότερο, μετά τον κ. Εφραίμ, στα πρεσβεία, κ. Γερμανό. Αν προκύψουν ποινικές ευθύνες για τον Εφραίμ, στους έξι μήνες η αδελφότητα θα συνέλθει για να εκλέξει νέο ηγούμενο. Τέσσερα χρόνια άντεξαν τη μπότα του γερμανού, και δε θα αντέξουν το ράσο του για τόσο λίγο;

Εκστρατεία: ούτε σταγόνα ούρων χαμένη!
Το διαστημικό λεωφορείο Endeavour με δύο νέους χώρους ύπνου, τουαλέτα, μικρή κουζίνα, μηχάνημα άσκησης, θα διαθέτει και σύστημα ανακύκλωσης που θα μετατρέπει τα ούρα σε πόσιμο νερό! Ήδη, σε τρεις μήνες το πλήρωμα θα αρχίσει να πίνει το τελικό προϊόν. Τώρα που δεν υπάρχει ύδωρ, άσπρο πάτο το ούρον! Άντε γεια μας! και στα δικά μας!

Την προτιμάται αόμματη ή κοιμωμένη;
Για τη δικαιοσύνη ο λόγος. Την επανάληψη της δίκης δύο εμπόρων ναρκωτικών, αποφάσισε δικαστήριο της Αυστραλίας γιατί ο Δικαστής κοιμόταν επανειλημμένως! Έφτανε στο σημείο να ροχαλίζει δυνατά ανά εικοσάλεπτο. Στην αρχή μεν, αποδιοργάνωνε τους ενόρκους, στη συνέχεια όμως το διασκέδαζαν! Πάλι καλά, γιατί πιο κάτω...
Τα αέρια αποδιοργανώνουν!

Στα όρια της αντοχής τους, έφερε ένας 13χρονος μαθητής από τη Φλόριντα των ΗΠΑ, τους συμμαθητές και καθηγητές του, καθώς δε δίσταζε να πέρδεται συνεχώς την ώρα του μαθήματος... Σαν αποτέλεσμα, συνελήφθη από τις αρχές με την κατηγορία της "αποδιοργάνωσης της τάξης του". Ο μικρός ομολόγησε και λίγο αργότερα αφέθηκε ελεύθερος να κάνει ...αέρα στη μαμά του.