31/5/09

Το αποπατείν ενόψη εκλογών


Το γιατί ο άνθρωπος όταν χέζει σκύβει συχνά να δει το σκ@τό του… το έχουμε ήδη πει εδώ.
Το γιατί δεν είναι ξεπεσμός να πέφτετε στα πόδια κάποιου για να τον παρακαλέσετε, το 'χουμε πει? Ε λοιπόν, ναι! καθόλου ντροπή δεν είναι, αφού αυτός ο κάποιος έχει το μυαλό στα πόδια του!
Το'πε κι ο Αρίστιππος, ο πρώτος ξένος που ήρθε στην Αθήνα από την Κυρήνη της Αφρικής μόνο και μόνο για να μαθητέψει κοντά στο Σωκράτη, που η φήμη του είχε κιόλας ξεπεράσει τα όρια της Αττικής. Ήταν γεροδεμένος, εύθυμος άντρας και πανέξυπνος. Διηγούνται πως, όταν αργότερα, στην αυλή του Διονυσίου των Συρακουσών, παρακάλεσε τον τύραννο να δώσει χάρη σ' ένα φίλο του και κείνος αρνιόταν, έπεσε στα γόνατά του κι εξακολούθησε να τον παρακαλεί, ώσπου πέτυχε κείνο που ζητούσε.

- Δεν ντράπηκες, του είπανε φίλοι του, εσύ φιλόσοφος, να καταδεχτείς να πέσεις στα πόδια ενός τυράννου;
- Και τι φταίω εγώ, τους αποκρίθηκε, που ο Διονύσιος έχει το μυαλό στα γόνατα...?!



Λοιπόν, μία βδομάδα μόνο έμεινε ως τις εκλογές.
- Χεστήκαμε, θα μου πείτε.
Τουλάχιστον προσέξτε να μη ξεμείνετε από μυαλό…
Και μην αφήσετε κανένα να πέσει στα πόδια σας για να τον ψηφίσετε...!

25/5/09

Ευτυχώς δηλαδή...



Στο ένα χέρι κατσαβίδι και κλειδί, στο άλλο μετρητής και λαδωτήρι… αρχίζουν να σκαλίζουν τη μηχανή χωμένοι μεσ’ το ανοιχτό καπό ή ξαπλωτοί κάτω απ’ τ’ αμάξι. Κάνουν διάγνωση των βλαβών, ελέγχουν το βαθμό φθοράς και λειτουργικότητας των διαφόρων τμημάτων του αμαξιού, επιμελούνται τα μηχανικά και υδραυλικά μέρη του, συντηρούν, επισκευάζουν και ρυθμίζουν τέλος πάντων τον εγκέφαλο του αυτοκινήτου σας… να τσουλάτε ασφαλείς στους δρόμους.
Οι άλλοι ειδικοί έχουν σκύψει κι αυτοί πάνω στον εγκέφαλο -του διπλανού σας ευτυχώς- και τον σκαλίζουν και βρίσκουν τρόπους να κοιμάστε σαν πουλάκια, ψάχνουν τις ζώνες του ερωτικού σας αισθήματος, τις επτά πύλες της άδολης αγάπης σας, την πόρτα της εγκληματικότητάς σας, το παράθυρο της παχυσαρκίας σας και τι να καταναλώνετε για να τον διατηρείτε σε φόρμα, διερευνούν τις διεργασίες του καταναλωτισμού σας, πώς ψηφίζετε, πώς ψωνίζετε, κοκ… προσπαθώντας να χαρτογραφήσουν επ’ ακριβώς τον εγκέφαλό σας, φωτογραφίζοντας διάφορα τμήματά του και προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσουν το υπόβαθρο της συμπεριφοράς, της εξάρτησης και της συνείδησής σας.

Δε ξέρω σε τι θα χρησιμεύσουν όλ' αυτά για μας τους ίδιους… Μα όσο βαθειά κι αν σκαλίζουν οι ειδικοί του εγκεφάλου, μου φαίνεται πως αυτό το μαύρο κουτί, θα παραμένει πάντα ερμητικά κλειστό. Κι ευτυχώς δηλαδή… γιατί θα σήμαινε πως η ανθρώπινη ευφυΐα είναι πεπερασμένη. Ο άνθρωπος θα αποτελεί πάντα για τον άνθρωπο ένα αίνιγμα...


14/5/09

Η Μουσική… ‘όπλο’ για τις συμμορίες ανηλίκων…


Ιδρύθηκε στη Βενεζουέλα και λέγεται Σιμόν Μπολιβάρ. Είναι μια συμφωνική ορχήστρα που ξεκίνησε ο μαέστρος και συνθέτης Χοσέ Αντόνιο Αμπρέου το 1975 με μόλις 11 παιδιά. Σήμερα κατέληξε στο El Sistema -Σύστημα Παιδικών και Νεανικών Ορχηστρών της Βενεζουέλας- ένα πρωτότυπο σύστημα μουσικής εκπαίδευσης ανηλίκων, το οποίο προσφέρει δωρεάν μαθήματα και μουσικά όργανα και το οποίο αγκάλιασαν σήμερα 265.000 παιδιά και έφηβοι απ’ όλη τη χώρα που στελεχώνουν 120 νεανικές και 60 παιδικές ορχήστρες και χορωδίες.
Όραμα του Χοσέ ήταν να τραβήξει τα παιδιά περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων μακριά από τη φτώχεια και την εγκληματικότητα με ‘όπλο’ τη μουσική! Έτσι, αντί να ‘σκοτώνουν’ την ώρα τους με όπλο τον τσαμπουκά τους, ο μαέστρος αυτός έδωσε στα χέρια των παιδιών ένα μουσικό ‘όπλο’ προκειμένου να τους βοηθήσει να θέσουν νέους στόχους στη ζωή τους μακριά από τους πειρασμούς των ναρκωτικών και της εγκληματικότητας. Πιστεύει κι αυτός, όπως πολλοί άλλοι ιδεαλιστές, πως οι τέχνες είναι ένα μέσο για να βελτιωθεί η κοινωνία.
Επιπλέον, όπως αποδείχτηκε μέσα από σχετικές μελέτες μέσα στα χρόνια αυτά, επηρέασαν δυναμικά και τις κοινότητες στις οποίες δραστηριοποιούνταν οι ορχήστρες αυτές, ενώ τα ίδια τα παιδιά παρουσίασαν μεγάλη κοινωνική προσαρμοστικότητα και υψηλότερη απόδοση σε άλλους τομείς, όπως το σχολείο. Ο ιδεαλισμός που ενσαρκώνει το σύστημα El Sistema αρχίζει να διαδίδεται σε διεθνή κλίμακα, με πρώτη χώρα εξαγωγής τις ΗΠΑ. Ο λαμπρός ήδη αρχιμουσικός, Γκουστάβο Ντουνταμέλ, ‘προϊόν’ του συστήματος El Sistema της Βενεζουέλας, θα αναλάβει, εκτός από τα καθήκοντα του μουσικού διευθυντή της Φιλαρμονικής του Λος Αντζελες, την διάδοση της δωρεάν μουσικής εκπαίδευσης σε υποβαθμισμένες ισπανόφωνες συνοικίες της πόλης. Ανάλογες πρωτοβουλίες έχουν ξεκινήσει και σε άλλες πολιτείες των ΗΠΑ.
Μπορεί η Ορχήστρα Νέων Σιμόν Μπολιβάρ να μη συγκρίνεται, ως προς την ποιότητα των εκτελέσεών της, με άλλες καταξιωμένες, μεγάλες ορχήστρες, ωστόσο κέντρισε την προσοχή των νέων σε όλο τον κόσμο και τους έδωσε το έναυσμα να ψάξουν το κάτι παραπάνω...
Έλεγα… μήπως το El Sistema εφαρμοζόταν και στα μέρη μας…



7/5/09

Ο Καβάφης εκτός… [2/2]


Μετά το πρώτο επετειακό αφιέρωμα στον Αλεξανδρινό ποιητή εδώ, μου χρωστούσα κι ένα δεύτερο… αυτή τη φορά όμως με τον Καβάφη εκτός οικίας. [Η φωτογραφία γύρω στα 1900]. Έχουμε και λέμε, λοιπόν…


Με το ελαφρά κυρτωμένο του σώμα, περνούσε αργά τους κεντρικούς δρόμους με τα χέρια στις τσέπες, χαζεύοντας στις βιτρίνες, στα καφενεία, στα καζίνα. Λεπτοκαμωμένος γέρος με την αυστηρή μορφή και το ερευνητικό βλέμμα, έτοιμος να σταματήσει μπροστά στον άνθρωπο που θα είχε κάτι να του πει. Διαβάτης στα πεζοδρόμια με περίεργη φυσιογνωμία ξεχώριζε ανάμεσα στους άλλους διαβάτες. Οι θαμώνες των καφενείων ήξεραν πως ο σχεδόν κακοντυμένος αυτός γέρος λεγόταν Καβάφης, ότι έγραφε ποιήματα που του τύπωναν οι εφημερίδες και τίποτ’ άλλο. Οι υπόλοιποι, οι πολλοί, γνώριζαν τον τύπο, δίχως το όνομα, το επάγγελμα, ακόμα και την εθνικότητά του. Μα δεν είχε σημασία· σημασία γι αυτούς είχε ότι ο συμπολίτης τους μ’ ένα βλέμμα, μια χειρονομία, μια στάση του, τους ανάγκαζε να τον προσέξουν.
Περπατώντας ο ποιητής κουβέντιαζε συχνά με τον εαυτό του, μελετούσε ένα στίχο, συζητούσε μ’ έναν από τους ήρωές του, κουνούσε το κεφάλι και αμφέβαλλε… Αλίμονο στον μορφωμένο φίλο που θα συναντούσε. Του εκμυστηρευόταν τις αμφιβολίες και του ζητούσε τη γνώμη του, φέρνοντάς τον σε δύσκολη θέση. Τι ν’ απαντήσει κανείς στον Καβάφη! Σώπαινε λοιπόν ή πρόβαλλε άγνοια. Έτσι ο ποιητής συζητούσε με τον εαυτό του κάνοντας κάποιον μορφασμό ή μια χειρονομία γεμάτα νόημα… Οι διαβάτες δεν καταλάβαιναν, απολάμβαναν όμως τον ιδιότροπο συμπολίτη τους που σε μια εμπορική πόλη όπως η Αλεξάνδρεια, ποτέ δε βιαζόταν, ποτέ δεν έτρεχε να προφτάσει κάτι, ποτέ δε σκόνταφτε από τη βία του. Αντίθετα, συχνά σταματούσε απότομα στη μέση του πεζοδρομίου ή σε κάποιο σταυροδρόμι κι έμενε σκεφτικός κάμποση ώρα, ταξιδεύοντας ίσως στα περασμένα.
Ο έμπορος, ο μπακάλης, ο φρουτάς, τον γνώριζαν από κοντά. Ήταν από τους δύσκολους πελάτες που έπρεπε να προσέξουν και να περιποιηθούν, αν ήθελαν να ξεμπερδέψουν εύκολα μαζί του. Δύσκολος μα όχι στριφνός ή κουραστικός. Συνόδευε την παραγγελία του με χειρονομίες και λόγια που ήταν αδύνατο να μην προκαλέσουν την προσοχή και το χαμόγελο. Οι υπάλληλοι και οι πελάτες, δίχως να καταλαβαίνουν και πολλά, θέλγονταν από την κουβέντα του. Μάλλον άνοιγε επίτηδες κουβέντα για να τον γνωρίσουν όσοι δεν τον γνώριζαν. Όλα τα γκαρσόνια των καφενείων κι εστιατορίων τον ήξεραν και μιλούσαν για τις ιδιοτροπίες του. Έτρωγε τακτικά στο ίδιο εστιατόριο κι όμως έκανε πολλές απιστίες. Πήγαινε και σε άλλα και μόλις πρόφταινε να διδάξει τις συνήθειές του στα γκαρσόνια και εκείνα πρόφταιναν να συνηθίσουν τις παραξενιές του, έπαυε να πηγαίνει, για να γυρίσει πάλι φρέσκος μετά από καιρό.
Ο Καβάφης, τα 15 τελευταία χρόνια της ζωής του επεδίωξε τη δημοτικότητα. Έκανε ό,τι μπορούσε για να κερδίσει το χαμένο καιρό. Νέος, ήταν από τους κομψότερους αλεξανδρινούς· και μακριά από το λαό, ζούσε τη ζωή της μεγαλοαστικής τάξης όπου ανήκε. Έκανε τον περίπατό του μέσα σε μόνιππο, ήταν τακτικός στις δεξιώσεις και τις εσπερίδες και στο σπίτι του δεχόταν μόνο λίγους φίλους. Λίγοι έβλεπαν σ’ αυτόν το μελετηρό άνθρωπο και λιγότεροι τον ποιητή. Ό,τι λοιπόν έχασε στα χρόνια αυτά, θέλησε να τα κερδίσει όταν πια το έργο του άρχισε να αναγνωρίζεται.

Πολλοί απορούσαν πώς ο άνθρωπος αυτός που διατηρούσε ευλαβικά τις συνήθειες, που δεν ξεμύτισε από την περιφέρεια της αγαπημένης του Αλεξάνδρειας, που σχεδόν αγνοούσε το Κάιρο, που σχεδόν ποτέ δεν πήγαινε εκδρομή, απορούσαν πώς στην ηλικία του μετατοπιζόταν τόσο εύκολα από καφενείο σε καφενείο, από εστιατόριο σε εστιατόριο, από κεντρικό δρόμο σ’ απόκεντρο δρομάκι. Κι όμως είχε τους λόγους του. Ήθελε ν’ αντιληφθεί κατά πόσο ήταν γνωστό το όνομά του στον κόσμο των υπαλλήλων και καταστηματαρχών. Έριχνε ένα θέμα, σχολίαζε τις γνώμες των άλλων, κολάκευε κι έφευγε αφήνοντας τους ακροατές του να συζητούν τα λόγια του, να ρωτούν για το άτομό του, να ψιθυρίζουν τ’ όνομά του.
Δεν συναναστρεφόταν αποκλειστικά τους ανθρώπους της σκέψης. Ενδιαφερόταν για όλα τα ζητήματα και τους κλάδους της πρακτικής ζωής. Δεν είναι αλήθεια πως κλεισμένος στο σπίτι του και στον ποιητικό του κόσμο, εργαζόταν κάτω απ’ το φως των κεριών του αδιαφορώντας ή αγνοώντας τις άλλες εκδηλώσεις της ζωής. Συζητούσε με χρηματιστές, εμπόρους, επιστήμονες, δημοσιογράφους, εισοδηματίες. Είχε αποκρυσταλλωμένη γνώμη γι αυτούς και τα επαγγέλματά τους, θετική, τετράγωνη, βγαλμένη από την πείρα και την παρατήρησή του, τόσο, που εκείνοι απορούσαν πώς είναι δυνατό ο σοβαρός αυτός άνθρωπος να… χάνει τον καιρό του γράφοντας στίχους. Εκεί όμως που προκαλούσε τη γενική προσοχή των αλεξανδρινών και ήταν άφταστος, ήταν όταν μιλούσε για πρόσωπα της παλιάς Αλεξάνδρειας, πρόσωπα σημαντικά στη ζωή της πόλης, μα που έσβησαν χωρίς ν’ αφήσουν παρά αβέβαια ίχνη στο πέρασμά τους…
Σύχναζε, όπως είπαμε, σ’ ένα συγκεκριμένο εστιατόριο. Ποτέ όμως μόνος· με καλούς φίλους και περιστοιχισμένος από πολλούς άλλους τακτικούς και έκτακτους. Οποιαδήποτε συζήτηση κι αν είχαν, όταν έφτανε ο Καβάφης την έκοβαν για να ακούσουν τις δικές του απόψεις για τα παροικιακά και βέβαια γλιστρούσαν και σε παλιά γεγονότα. Ξεδίπλωνε με χρώμα, με νοσταλγία, με πίκρα, μια πτυχή της Αλεξάνδρειας, που πολύ αγάπησε. Σε τέτοιες στιγμές και οι πιο βέβηλοι -γιατί υπήρχαν κι αυτοί στην παρέα- λίγο από περιέργεια, λίγο από ευχαρίστηση, σώπαιναν και τον πρόσεχαν. Κι όταν ερχόταν η ώρα να φύγει, έβγαζε το ρολόι του -όπως έκανε και στο σπίτι του μα για άλλο λόγο- σημάδι πως πολυκάθησε ο ίδιος. Μετά πέντε λεπτά, φεύγω, έλεγε. Μετά πέντε λεπτά ακριβώς, καληνύχτιζε και τραβούσε πότε για το σπίτι του, πότε για άλλο ραντεβού, κι άλλοτε για κάποια λαϊκή συνοικία.
Ωστόσο, μια σοβαρή ανάγκη τον έσπρωχνε στα σοκάκια και τα λαϊκά καφενεία: η ανάγκη της περιπέτειας. Να γνωριστεί με νέους του λαού, να τους καταπλήξει, να τους θέλξει, να τους θαμπώσει με τη λάμψη του πνεύματός του, να τους κατακτήσει. Αυτός, ο αριστοκράτης της σκέψης, αναζητούσε τα ‘έμορφα’ παλληκάρια του λαού, καθόταν στο ίδιο τραπέζι μαζί τους, τους μιλούσε, τους εξέταζε, τους άκουε, τους επαινούσε. Τον συγκινούσαν την ώρα εκείνη κι αργότερα τη συγκίνησή του την έκανε έργο τέχνης…
Πηγή: Γιάγκος Πιερίδης
Πατρίδα του πατέρα του Γιάγκου Πιερίδη είναι η Λεμεσός της Κύπρου, γεννήθηκε όμως στην Αθήνα στα 1898 και μεγάλωσε και μορφώθηκε στην Αίγυπτο. Ήταν υπάλληλος – προϊστάμενος της Βιβλιοθήκης του Υπουργείου των Εξωτερικών. Πέθανε το 1970. Είχε την τύχη να ζήσει αρκετόν καιρό δίπλα στον Καβάφη, να τον ακούει όταν μιλούσε, όταν συζητούσε, όταν αστειευόταν, να μαθαίνει τα καθέκαστα που τον αφορούσαν. Ο Γιάγκος Πιερίδης, στο έργο του Ο Καβάφης, Συνομιλίες-Χαρακτηρισμοί-Ανέκδοτα, παρουσίασε -10 χρόνια μετά το θάνατο του Καβάφη- εκείνο που μπόρεσε να δει από την ιδιόρρυθμη ζωή του, που αόριστα ξέρει το μεγάλο κοινό... Προσπάθησε να ανάψει κάποια απ’ τα σβησμένα κεριά των ημερών της ζωής του Καβάφη, για να φωτίσει τη μορφή του, αυτήν την κάπως ασυνήθιστη και περίεργη μορφή…




5/5/09

Αφιερωμένο εξαιρετικά...

...to all the friends who are in trouble



Bridge Over Troubled Water
When you're weary
Feeling small
When tears are in your eyes
I will dry them all
I'm on your side
When times get rough
And friends just can't be found
Like a bridge over troubled water
I will lay me down
When you're down and out
When you're on the street
When evening falls so hard
I will comfort you
I'll take your part
When darkness comes
And pain is all around
Like a bridge over troubled water
I will lay me down
Sail on Silver Girl,
Sail on by
Your time has come to shine
All your dreams are on their way
See how they shine
If you need a friend
I'm sailing right behind
Like a bridge over troubled water
I will ease your mind

Simon and Garfunkel

3/5/09